Το
Γράμμα του Αρχιεπισκόπου
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Α γ α π η τ ο ί μ ο υ,
Τους τελευταίους καιρούς, κάνω ότι μπορώ, για να γιορτάσω
τα Χριστούγεννα στις απομακρυσμένες από την έδρα μου ενορίες, εκείνες
δηλαδή της Σάμου, της Χίου και της Μυτιλήνης. Θέλω να νοιώσουν όλα τα
μέλη της Εκκλησίας μας, πως κατέχουν
την ίδια θέση στην καρδιά μου και οι πολλοί και οι λίγοι και οι κοντινοί
και οι μακρινοί.
Πάντα σχεδόν φροντίζουμε να κάνουμε λεπτομερή Προγράμματα και όλα τα προβλέπουμε πολύ ενωρίς.
Όταν όμως έλθει η ώρα της υλοποίησης
τος, άλλες δυνάμεις, ανεξάρτητες από τις λίγες τις δικές μας, μας τα
αλλάζουν ολικώς ή μερικώς. Τα σχέδια τα δικά μας φαίνονται διαφορετικά
από του Κυρίου. Αυτό έγινε και κατά τα φετινά
Χριστούγεννα.
Ένα
πολύχρωμο Πρόγραμμα, σε δίπτυχο,
αποτύπωνε την απόφασή μου να περάσω δύο ημέρες, πριν από τα Χριστούγεννα,
στη Μυτιλήνη προσφέροντας πνευματική εξυπηρέτηση στην εκεί ενοριακή
μας κοινότητα και άλλες τρις στη Χίο.
Το Πρόγραμμα έγκαιρα είχε σταλεί ταχυδρομικώς σε όλες τις
Καθολικές οικογένειες της Μυτιλήνης
και της Χίου και ήμουν σχεδόν βέβαιος πως τα φετινά Χριστούγεννα θα
ήταν ακόμη καλύτερα από τα περσινά που ήταν καλά.
Όλα
ήταν έτοιμα. Είχα βρει πέντε βοηθούς: τον Ιεροδιάκονό μας, δύο μοναχές
και δύο λαϊκά μέλη της Εκκλησίας μας. Τα
εισιτήρια είχαν εκδοθεί. Οι βαλίτσες από πολύ ενωρίς είχαν ετοιμαστεί.
Τα δώρα για τα παιδιά είχαν πακεταριστεί. Είχαμε προβλέψει σχεδόν τα
πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Εκείνο
όμως που δεν είχαμε προβλέψει γιατί δεν μπορούσαμε και να το προβλέψουμε,
ήταν ο καιρός, και ο αριθμός των μποφόρ.
Την παραμονή της αναχώρησής μας οι θυελλώδεις άνεμοι έκαναν
επιδεικτικά την εμφάνισή τους στο Αιγαίο. Αυτή τη φορά δεν αρκέστηκαν
στα οκτώ, έφθασαν και μέχρι τα εννιά. Τα πλοία έδεσαν. Ευτυχώς όμως
δεν είχαμε προλάβει να μπούμε μέσα, γιατί διαφορετικά τα πράγματα θα
ήταν ακόμη πιο δύσκολα. Θα έμοιαζαν με εκείνα που περάσαμε πριν από
τρία χρόνια, όταν διανυκτερεύσαμε στο λιμάνι του Πειραιά σε μια καμπίνα
του ΟΓ ΜΥΤΙΛΗΝΗ. Τότε, που, τελικά, αντί να εορτάσω Χριστούγεννα στη Χίο, τα
εόρτασα στο Ψυχικό της Αττικής.
Πριν από κάθε ταξίδι δημιουργούνται κάποιοι προβληματισμοί.
Αυτή τη φορά ήταν αρκετοί. Η απόφαση όμως είχε ληφθεί. Η
καλή πρόθεση υπήρχε. Πλοίο όμως δεν υπήρχε και χωρίς πλοίο κανείς
δεν μπορεί να μετακινηθεί προς τον Πειραιά από τα νησιά, όταν αυτά ακόμη
δεν διαθέτουν αεροδρόμιο! Δε χάσαμε όμως το θάρρος μας, ούτε και αλλάξαμε απόφαση. Θα πηγαίναμε
για Χριστούγεννα έστω μόνο στη Χίο. Είχαμε χάσει τη μάχη για τη Μυτιλήνη
και θέλαμε να κερδίσουμε εκείνη της Χίου. Όμως σε κάθε χαμένη μάχη υπάρχουν
και απώλειες. Εμείς χάσαμε ευτυχώς μόνο δύο, που άλλαξαν γνώμη επειδή
υπήρχαν βάσιμες πληροφορίες πως άλλα πολλά μποφόρ θα διαδεχτούν αυτά
που φεύγουν.
Μέσα στους προβληματισμούς μας για το τι να κάνουμε τελικά,
ήρθε το φως. Όλα άλλαξαν και
όχι απλώς προς το καλύτερο αλλά σχεδόν προς το τέλειο. Σε κάποια ηλεκτρονική
σελίδα (κοινώς side - δεν γράφω
ποια για να μη θεωρηθεί διαφήμιση), διάβασα πως
τη Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου, προπαραμονή των Χριστουγέννων, περνά
από την Τήνο το ΟΓ ΜΙΛΕΝΑ και μέσω Μυκόνου τραβά για Χίο και για Μυτιλήνη.
Την θεώρησα ευκαιρία ιδανική και ως ανταμοιβή της
υπομονής μας και της επιμονής μας. Εκδόθηκαν νέα εισιτήρια και αρχίσαμε τα τηλεφωνήματα δεξιά και αριστερά για να
μάθουμε τι ώρα περνά το πλοίο. ’λλοι
μας έλεγαν γύρω στα μεσάνυκτα. ’λλοι στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Τελικά
στις τρις το πρωί, το είδαμε να μπαίνει καμαρωτό καμαρωτό και με επισημότητα στο έξω λιμάνι της Τήνου!
Το ταξίδι άρχισε με καλούς οιωνούς και με καλύτερους ακόμη
στις 8,30 το πρωί φθάσαμε στη
Χίο!
Χωρίς να χάσουμε καθόλου χρόνο, ασχοληθήκαμε με την προετοιμασία
της βραδινής ιεροτελεστίας που προέβλεπε την Χριστουγεννιάτικη Αγρυπνία
στις 11,15 και τη μεσονύκτια Θεία Λειτουργία της Γεννήσεως. Ο επιστάτης
του Ναού είχε φιλοτεχνήσει μία ωραία φάτνη σε φυσικό σχεδόν μέγεθος.
Εμείς στολίσαμε το Ναό. Προβλέψαμε τα ιερά κείμενα, τα ιερά σκεύη και
τα άμφια.
Στη Χριστουγεννιάτικη Αγρυπνία και τη Θεία Λειτουργία της
Γέννησης συμμετείχαν περίπου εικοσιπέντε άτομα και άλλα τόσα το πρωί
των Χριστουγέννων, ο ίδιος περίπου αριθμός και την επομένη στις 26 Δεκεμβρίου.
Περίμενα περισσότερο κόσμο! Όμως η παρουσία αυτών των προσώπων έμοιαζε
με εκείνη της φάτνης. Ήταν παρόντες ταπεινοί βοσκοί, μορφωμένοι μάγοι
και μερικά αγγελούδια! Εορτάσαμε Χριστούγεννα!
Σ αυτές τις μικρές ακριτικές ενορίες μας, πολλές φορές,
συνηθίζουμε να μετρούμε τους πιστούς που συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες.
Αυτό πότε μας δίνει κουράγιο και πότε μας ανανεώνει την ελπίδα πως την
επόμενη φορά θα είναι περισσότεροι.
Και στην περιοχή αυτών των ακριτικών νησιών του Αιγαίου
υπάρχουν αρκετοί μετανάστες. Φέτος ο Κύριος μας είπε: «Σ αυτή την πόλη
έχω πολύ λαό». Την είδηση αυτή την έφερε ένας Καθολικός Αλβανός που
μας μίλησε για τρακόσους Αλβανούς Καθολικούς. Έχουμε εκεί λοιπόν πολλή
ποιμαντική εργασία να κάνουμε.
Η επίσκεψη στις Δικαστικές φυλακές της Χίου είναι κάτι που
δεν αφήνουμε εύκολα. Τόσο οι παλαιοί κρατούμενοι όσο και ο νέοι βλέπουν
αυτή την επίσκεψη πολύ ευεργετική και αληθινά
ευαγγελική. Εξάλλου τις άγιες αυτές μέρες τόσο των Χριστουγέννων
όσο και του Πάσχα και οι 130 κρατούμενοι δέχονται με πολλή χαρά το «δεματάκι
της αγάπης» από την Κάριτας Χίου, η οποία
τηρεί και το πνεύμα και το γράμμα του Ευαγγελίου.
Όλα έγιναν και αυτή τη φορά, όχι όπως τα είχαμε προγραμματίσει
εμείς, αλλά όπως τα είχε αποφασίσει ο Κύριος.
Την Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου, ευτυχισμένοι και γι αυτό το
ποιμαντικό μας ταξίδι επιστρέψαμε στην Τήνο. Το ταξίδι της επιστροφής
ήταν σχεδόν διασκέδαση, αφού χορεύαμε για δώδεκα ώρες «στον έντονο ρυθμό των βορείων ανέμων που έπνεαν με οκτώ
μποφόρ».
Με πολλή εν Χριστώ αγάπη.
+ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Καθολικός Αρχιεπίσκοπος Νάξου-Τήνου-’νδρου-Μυκόνου
Ο π. Μάρκος Μακρυωνίτης
γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1924 στη Βάρη της Σύρου. Από νωρίς ζήτησε
να ακολουθήσει το μοναχικό βίο, γι αυτό πολύ γρήγορα αποχωρίστηκε την
οικογένειά του και εισήλθε στην «Αποστολική Σχολή». Έφυγε για τη Σικελία,
όπου ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση. Εκεί, την 1 Αυγούστου 1939 εισήλθε
στο Δοκίμιο του Τάγματος των πατέρων Ιησουϊτών, στην Μπαγκερία. Είναι
μια περίοδος δυο ετών, κατά την οποία ο νέος δόκιμος διδάσκεται το μοναχικό
βίο πριν δεσμευτεί με τους όρκους του μοναχού. Εκεί παρέμεινε και μετά
το πέρας του Δοκιμίου, αφού η κατάσταση πολέμου δεν του επέτρεπε να
μετακινηθεί. Το 1945, στη Μεσσήνη της Σικελίας,
αρχίζει για τρία χρόνια μαθήματα Φιλοσοφίας. Το 1949 τον βρίσκουμε
στη Λυών της Γαλλίας να μελετά για τέσσερα χρόνια τη Θεολογία. Το 1951
επέστρεψε για λίγο στη Σικελία, όπου και χειροτονήθηκε ιερέας και επέστρεψε
πάλι στη Λυών για να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις θεολογικές του
σπουδές.
Επέστρεψε στην
Ελλάδα το 1953. Στην Αθήνα, στη γνωστή οδό «Μιχαήλ Βόδα» υπηρέτησε ως
Επιμελητής στο Μικρό Ιεροσπουδαστήριο. Τρία χρόνια μετά, το 1956, επέστρεψε
στη Γαλλία για ένα τρίτο έτος Δοκιμίου, πριν κάνει τους επίσημους και
οριστικούς μοναχικούς του όρκους. Το 1957 επέστρεψε και πάλι στο μικρό
Ιεροσπουδαστήριο, στην αρχή ως Επιμελητής, αργότερο ως πνευματικός καθοδηγητής
των μικρών ιεροσπουδαστών και παρέμεινε σ αυτή τη θέση για περισσότερο
από 10 χρόνια. Όσα χρόνια έμεινε στην Αθήνα ανέπτυξε μια θαυμαστή αποστολική
δραστηριότητα και σε τομείς άκρως πρωτοποριακούς για την εποχή και για
την Ελλάδα, όπως εγκαινίασε ένα μικρό εβδομαδιαίο περιοδικό,
τα «Φιλμ της εβδομάδος». Κάθε εβδομάδα έβλεπε δεκάδες
ταινίες και έγραφε γι αυτές μια ηθική κριτική και την κυκλοφορούσε
σε εφημερίδες και σε φίλους του κινηματογράφου. Υπήρξε και διευθυντής
του «Αγγελιαφόρου της Ιεράς Καρδίας» για πολλά χρόνια και μέχρι
του θανάτου του δημοσίευε εκεί την παρουσίαση των θεμάτων για την «Αποστολή
της Προσευχής» και εκατοντάδες άλλα άρθρα θρησκευτικού και κοινωνικού
περιεχομένου, καθώς και στις «Ενοριακές Καμπάνες» της Σύρου.
Την ίδια εκείνη εποχή υπήρξε πνευματικός καθοδηγητής των καθολικών φοιτητών
στην Αθήνα, στην οργάνωση της «Pax Romana» και διατήρησε την πνευματική εκείνη σχέση και φιλία με τους
νέους καθολικούς επιστήμονες όταν ολοκλήρωναν τις ανώτατες σπουδές τους.
Αν και μοναχός δε σταμάτησε ούτε στιγμή να προσφέρει την ποιμαντική
του φροντίδα στην ενορία της «Μιχαήλ Βόδα» και στην ενορία του Αγ. Ιωσήφ
για τους Έλληνες και τους Γάλλους καθολικούς εργαζόμενους στα ’σπρα
Σπίτια της Βοιωτίας («Αλουμίνιο της Ελλάδος»).
Το 1969 ονομάστηκε
ηγούμενος των Πατέρων Ιησουϊτών στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά, του ανατέθηκε
μεγαλύτερη ευθύνη, με τον τίτλο του πρωθηγουμένου των Ιησουϊτών στην
Ελλάδα, έχοντας έτσι την ευθύνη για το συντονισμό των τριών Κοινοτήτων
Αθήνας, Σύρου και Τήνου. Την ευθύνη του πρωθηγουμένου διατήρησε και
μετά το 1975, έτος κατά το οποίο ανέλαβε τη διεύθυνση του Μικρού Ιεροσπουδαστηρίου,
το οποίο, τη χρονιά εκείνη, μεταφέρθηκε στην Ποσειδωνία της Σύρου. Όταν
το Μικρό Ιεροσπουδαστήριο παραδόθηκε στον εφημεριακό κλήρο της Σύρου,
ο π. Μάρκος παρέμεινε στο νησί ως ηγούμενος της εκεί κοινότητας των
Ιησουϊτών.
Το 1991 του ζητήθηκε
να μεταβεί στην Τήνο για ένα μικρό διάστημα, για λίγους μήνες, το πολύ
για ένα χρόνο. Όμως, έμελλε να παραμείνει στην τοπική μας Εκκλησία για
δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ως και τον θάνατό του. Στην Τήνο υπηρέτησε ως
ηγούμενος της κοινότητας των Λουτρών μέχρι πέρυσι και διακόνησε ως εφημέριος
στις ενορίες Κώμης, Περάστρας, Κρόκου, Κουμάρου, Κέχρου και Λουτρών,
ενώ παράλληλα εξυπηρετούσε στις πολυπληθείς πνευματικές ανάγκες του
προσκυνητηρίου της Ιεράς Καρδίας στο Εξώμβουργο. Υπήρξε, ακόμα, και
Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού δικαστηρίου.
Η τοπική μας Εκκλησία
στέκεται με ευλάβεια και ευγνωμοσύνη μπροστά στον τάφο του. Όλοι μας
ωφεληθήκαμε από τον ζωντανό του λόγο, γεμάτο από ευαγγελικό πνεύμα αγάπης,
συμπόνιας και ευσπλαχνίας. Ήταν ένας λόγος γεμάτος χριστιανική ανθρωπιά
και χριστιανική αισιοδοξία.
Είθε ο Κύριος, τον οποίο τόσο αγάπησε, να τον αναπαύσει μεταξύ
των δικαίων!
ΕΠΙΚΗΔΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑ
ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
Π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ
ΕΞΟΔΙΟ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
ΤΟΥ π.
ΜΑΡΚΟΥ ΜΑΚΡΥΩΝΙΤΗ τ. Ι.
Τήνος, 3 Ιανουαρίου 2002
Σήμερα αποχαιρετούμε τον πνευματικό δάσκαλο μας, τον πνευματικό
πατέρα μας, τον ζηλωτή ιερομόναχο, τον αγαπητό φίλο. Αποχαιρετούμε και
εμπιστευόμαστε στον Κύριο τον αληθινό αγωνιστή του Χριστού που έπεσε χθες
υπέρ της Εκκλησίας, σε μια στιγμή υπερβολικής κόπωσης της ευαίσθητης
καρδιάς του που δεν άντεξε το
βάρος του ζήλου για την Εκκλησία του Χριστού και
«για την μεγαλύτερη δόξα του Θεού».
Η Εκκλησία της Τήνου δακρυσμένη υποκλίνεται μπροστά
στο ιερό σκήνωμα του πατέρα Μάρκου Μακρυωνίτη, γιατί τον αγάπησε όπως εκείνος την αγάπησε. Δακρύζει κλήρος και λαός. Γιατί
ο κλήρος μαθήτευσε κοντά του και ο λαός διδάχτηκε από την καρδιά του.
Μια καρδιά γεμάτη από αγάπη για τον Χριστό και αγάπη για την Εκκλησία.
Μια καρδιά που σκόρπιζε παντού την αισιοδοξία, το χαμόγελο,
τη χαρά και την ελπίδα.
Η τοπική μας Εκκλησία, εξουσιοδοτημένη και από τις
άλλες τοπικές Εκκλησίες της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου υπηρέτησε
και παραδειγμάτισε, τον ευχαριστεί για το παράδειγμα που της άφησε και
παρακαλούμε τον Κύριο να τον κατατάξει στους χορούς των αγίων του ουρανού,
προς τον οποίο ατένιζε με θάρρος, πίστη και εμπιστοσύνη.
Θέλω αυτή τη στιγμή, να διαβεβαιώσω την μεγάλη οικογένεια
των Σεβαστών Πατέρων Ιησουϊτών,
και ιδιαίτερα τη μικρή κοινότητά
τους των Λουτρών, για την ανθρώπινη και αδελφική συμπάθεια μας. Να βεβαιώσω
τα αδέλφια του και όλους τους συγγενείς του, πως συμμεριζόμαστε τον
ανθρώπινο πόνο τους και προσευχόμαστε στον Κύριο να τους στείλει την
ουράνια παρηγοριά Του.
Θέλω τούτη εδώ τη δύσκολη και τελευταία ώρα, να δώσω
το λόγο στον ίδιο τον π. Μακρυωνίτη, για να μας μιλήσει και να μας κηρύξει
για μια ακόμα φορά.
Πριν από λίγο καιρό μου έστειλε με ένα φαξ μερικές σκέψεις του, τις καταθέτω στην εδώ παρούσα
Εκκλησία, ως υστερνό κήρυγμα του ανθρώπου που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος
της ιερατικής και μοναχικής ζωής του κηρύττοντας με το λόγο
του, την πέννα του και το παράδειγμά του:
Μας λέει λοιπόν ο π. Μάρκος Μακρυωνίτης με τη γραφίδα
του:
«Μιλάμε πολύ, ίσως, και γράφουμε πολλά για το Θεό,
αλλά μιλάμε λίγο με το Θεό, στο Θεό, στον Ιησού Χριστό, σε αντίθεση
με αυτό που κάνουμε με τους ανθρώπους
με τους οποίους μιλάμε για όλα και για όλους, χωρίς τελειωμό.
Αλίμονο όμως αν δε μιλούσαμε και αν δεν επικοινωνούσαμε. Τότε δε θα
ήμασταν άνθρωποι.
Στον Θεό, όμως, δε μιλάμε με την ευκολία, την οικειότητα,
την απλότητα και τη φιλία, όπως μιλάμε στους ανθρώπους και με τους ανθρώπους.
Δεν κουβεντιάζουμε μαζί του. Πολλές φορές ψάχνουμε για άλλοθι και λέμε:
«ό,τι κάνω είναι προσευχή». Το σημαντικό είναι να συναντηθώ με το Θεό
«πρόσωπο με πρόσωπο», σταματώντας όλες τις ασχολίες μου, έστω και για
λίγα λεπτά και να τα πω στο Θεό,
να τα πω με το Θεό.
Η πολύχρονη ιερατική και ενοριακή ζωή, με όλη την «αποστολική»
δραστηριότητα, κινδυνεύει να γίνει καμιά φορά ρουτίνα, να γίνεται μηχανικά,
αυτόματα, ακόμα και για όσα αφορούν τη λειτουργική ζωή της ενορίας,
τις ιεροτελεστίες, τις θρησκευτικές εκδηλώσεις και τις πράξεις ευλαβείας.
Οι συνήθειες, οι παραδόσεις, μαζί με την έλλειψη συνεχούς ανανέωσης,
προσαρμογής στην εξελισσόμενη κοινωνία με καινούριες νοοτροπίες και
απαιτήσεις, απειλούν με απολίθωση της λατρευτικής και της εν γένει θρησκευτικής
ζωής, που δεν αγγίζει, δε συγκινεί τις
πιο νέες γενεές.
Ποιο Ευαγγέλιο κηρύττουμε; Αν το Ευαγγέλιο δεν είναι
ενσαρκωμένο σε μας και εμείς
ενσαρκωμένοι στο Ευαγγέλιο, αν τα κηρύγματά μας δεν είναι κατάλληλα
προετοιμασμένα, τότε είναι φτωχά και άδεια. Μπορεί και να κηρύττουμε
το δικό μας Ευαγγέλιο, κομμένο και ραμμένο στις συνήθειές μας, στις
αντιλήψεις μας, στην προσωπική ιδιόρρυθμη πνευματικότητα που την προβάλλουμε
και ίσως και την επιβάλλουμε, χωρίς να αφήσουμε τη θέση που πρέπει στο
’γιο Πνεύμα.
Ο κόσμος μας, οι πιστοί μας, βομβαρδίζονται και χαϊδεύονται
από την μοντέρνα ύπουλη, αδυσώπητη ειδωλολατρία και αθεΐα, από τον σκεπτικισμό
που αν δεν αρνείται, όμως, θέτει υπό αμφισβήτηση όλα τα «υπερβατικά»
του χριστιανισμού και τις αξίες
του και τα γελοιοποιεί.
Η
νέα γενιά εύκολα αδιαφορεί για
το Θεό, για το Χριστό, για την Εκκλησία, γιατί ο κόσμος τούτος της προσφέρει
άλλα ευχάριστα και γαρ-γαλιστικά. Η παλιά γενιά δυστυχώς κάποιες φορές «ζει χριστιανικά, αλλά χωρίς Χριστό». Πολλές
φορές ζει μια ανώνυμη, απρόσωπη θρησκευτικότητα πασπαλισμένη με στοιχεία
φολκλοριστικά και συγκινησιακά. Πολλές φορές
έρχονται στο νου μου τα λόγια του Κυρίου: «αυτός ο λαός με λατρεύει
με τα χείλη του και με εξωτερικά πράγματα, αλλά η καρδιά του βρίσκεται μακριά από
μένα». Η ψυχή μας δεν μιλά συχνά στον Κύριο, παρά μόνο όταν ο κόμπος
φτάσει στο χτένι.
Σίγουρα τέτοιους Χριστιανούς δεν τους επικροτούμε.
Απλώς τους ανεχόμαστε.
Τι να έλεγα σε κάποιο φίλο μου που μου έλεγε: «Εγώ
είμαι καλός χριστιανός, αλλά
δεν πηγαίνω στην Εκκλησία, παρά στις μεγάλες γιορτές, όταν βέβαια μένω
στην Αθήνα. Πάρε, μου είπε, είκοσι ευρώ για να μου κάνεις μια Λειτουργία
για να πάνε καλά κάτι υποθέσεις μου
».
-Για τους φίλους, του λέω εγώ, προσφέρω τη Λειτουργία
και χωρίς ευρώ!
-Μα πιάνει, πιάνει η Λειτουργία χωρίς ευρώ;
Τότε αρπαχτήκαμε φιλικά, αλλά πολύ άγρια. Αν έπιασε
ο καυγάς μας δε ξέρω!!!
Αυτός, αγαπητοί μου, ήταν ο π. Μάρκος Μακρυωνίτης. Τον ευχαριστούμε
γι αυτό που ήταν, γι αυτό που έκανε, σε όλη την μοναχική και ιερατική
ζωή του και γι αυτό που έκανε ακόμη και αυτή τη στιγμή.
Αιωνία ας είναι η μνήμη του!
Μετά την απώλεια του π. Μάρκου Μακρυωνίτη, ο Σεβ/τατος
Αρχιεπίσκοπος, με το παρακάτω έγγραφο, διόρισε νέους εφημερίους στον
Κουμάρο, τον Κρόκο και τον Κέχρο:
+ Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ
ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΑΞΟΥ-ΤΗΝΟΥ-ΑΝΔΡΟΥ-ΜΥΚΟΝΟΥ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΗΣ ΧΙΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΑΝΤΟΣ ΑΙΓΑΙΟΥ
Τήνος 3/1/2003
ΟΡΙΣΜΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΩΝ
Επειδή, με τον αιφνίδιο θάνατο του μακαριστού
π. Μάρκου Μακρυωνίτη, ορισμένες ενορίες της τοπικής μας Εκκλησίας στερήθηκαν
την εφημεριακή του διακονία, και προκειμένου να καλυφτεί, έστω και προσωρινά,
το κενό που προξένησε η αδόκητη αναχώρησή του για τις ουράνιες σκηνές,
για να μην υπάρξει διακοπή στην ποιμαντική φροντίδα, προβαίνουμε στον άμεσο ορισμό νέων εφημερίων,
ως ακολούθως.
Ορίζουμε,
τον Σεβαστό
π. Σεβαστιανό Φρέρη του Τ.Ι. ως Εφημέριο του Ιερού Ενοριακού
Ναού του Σωτήρος Χριστού Κουμάρου Τήνου,
τον Σεβαστό
π. Νικόλαο Ψάλτη ως Εφημέριο του Ιερού Ενοριακού Ναού της Παναγίας
της Φανερωμένης Κέχρου Τήνου,
και
τον Σεβαστό
π. Ριχάρδο Ταράσκεβιτς ως Εφημέριο του Ιερού Ενοριακού Ναού της
Ευαγγελίστριας Κρόκου Τήνου.
Παρακαλώ τους Σεβαστούς νεοδιορισμένους
Εφημερίους, να αναλάβουν άμεσα τα νέα τους ενοριακά καθήκοντα, προκειμένου
να συνεχιστεί η ποιμαντική διακονία στις ως άνω Ενορίες και να τις διακονήσουν
με τον ίδιο εκείνο ένθεο ζήλο που διακόνησε μέχρι τις 2 Ιανουαρίου ε.
ε. ο μακαριστός προκάτοχός τους.
Ευχαριστώ τους νεοδιορισμένους Εφημερίους
για την επί πλέον ποιμαντική τους διακονία που αναλαμβάνουν.
Προτρέπω τα Ενοριακά Συμβούλια των ως
άνω ενοριών και τους ενορίτες πιστούς να συνδράμουν τους νέους τους
εφημερίους με κάθε δυνατό και πρόσφορο τρόπο στα καθήκοντά τους,
Και επικαλούμαι άφθονη την ευλογία του Θεού πάνω σε ποιμένες
και ποίμνιο.
+ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Αρχιεπίσκοπος
Από την ιστορία της Καθολικής
Εκκλησίας της ’νδρου
Η Καθολική Επισκοπή της ’νδρου άρχισε να υφίσταται από τις αρχές του 13ου
αιώνα, μετά την κατάληψη των Κυκλάδων από τους Βενετούς, που τις ενσωμάτωσαν,
αρχικά, στη Λατινική αυτοκρατορία της Ανατολής. Η ’νδρος απέκτησε δικό
της επίσκοπο, ο οποίος υπαγόταν στον μητροπολίτη Αθηνών. Όσο χρόνο η
’νδρος βρισκόταν κάτω από βενετική κατοχή, στην ’νδρο υπήρχε μόνο καθολικός
επίσκοπος. Από την αρχή της τουρκοκρατίας εγκαταστάθηκε στο νησί και
ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος.
Η καθολική εκκλησία της ’νδρου δεν υπήρξε ποτέ πολυάριθμη. Οι πιστοί της αποτελούσαν
την άρχουσα τάξη της αριστοκρατίας κατά τη διάρκεια της λατινοκρατίας
και για τον λόγο αυτό, μόλις εξέλιπε η δυτική κυριαρχία περιήλθε σε
κατάσταση μαρασμού και σταδιακής εξαφάνισης, που ολοκληρώθηκε προς το
τέλος του 18ου αιώνα. Από τότε και μετά οι πάντα λιγοστοί
καθολικοί πιστοί ήταν ή ξένοι ή καθολικοί από την Τήνο και τη Σύρο που
για λόγους εργασίας εγκαθιστούσαν στο νησί τις οικογένειές τους.
Ο τελευταίος επίσκοπος που έφερε τον επισκοπικό τίτλο της ’νδρου ήταν ο Νάξιος
Ignazio Rosa, επίσκοπος από τις 27 Μαΐου 1675. Από τότε και μετά η Αγία
Έδρα ή ο αρχιεπίσκοπος της Νάξου, ή άλλοι επίσκοποι γειτονικών νησιών
(Σύρου και Τήνου) διόριζαν επισκοπικούς βικαρίους, οι οποίοι κατοικούσαν
στην ’νδρο για να φροντίζουν το λιγοστό τους ποίμνιο, αλλά και τη σημαντική
κτηματική περιουσία που είχε απομείνει από το παρελθόν ή που φρόντιζαν
να αποκτούν με αγορές και δωρεές οι εκάστοτε βικάριοι. Στην ’νδρο είχαν
εγκατασταθεί για κάποιες δεκαετίες και οι πατέρες Καπουκίνοι, οι οποίοι
φρόντιζαν για όλα τα παραπάνω. Από το 1871 και μετά, ο εκάστοτε επίσκοπος
Τήνου φέρει και την ποιμαντική ευθύνη για τους καθολικούς πιστούς της
’νδρου, όπως το μαρτυρεί και ο επισκοπικός του τίτλος, ο οποίος από
τότε διαμορφώθηκε ως «Τήνου, Μυκόνου και ’νδρου».
Ο Ignazio Rosa, κατά το έτος 1698 αναγκάστηκε από την Αγία Έδρα σε παραίτηση,
λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος που έδειξε για την επαρχία του. Στα
χρόνια του, για μια σειρά από λόγους, ένας σημαντικός αριθμός των ούτως
ή άλλως λιγοστών καθολικών πιστών μεταπήδησε στην ορθόδοξο εκκλησία
και έτσι συρρικνώθηκε ακόμη περισσότερο η ήδη μικρή εκείνη κοινότητα.
Ο επίσκοπος Rosa απεβίωσε στις 17 Αυγούστου 1710 στη Σύρο, όπου είχε
περάσει και το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου της αρχιερατείας του, χωρίς
να ενδιαφέρεται για την επισκοπή που του είχε ανατεθεί.
Στις 2 Μαΐου 1698 η Αγία Έδρα ονόμασε τον επίσκοπο της Σύρου Αντώνιο Giustiniani
ως «αποστολικό τοποτηρητή ’νδρου». Ο συνετός εκείνος ιεράρχης
επισκέφτηκε δυο χρόνια αργότερα (τον Ιούλιο 1700) το νησί, με τη συμπληρωματική
ιδιότητα του «Αποστολικού επισκέπτη», για να επιθεωρήσει την κατάσταση
και να ενημερώσει την εκκλησιαστική Αρχή της Ρώμης, για την εξαγωγή
συμπερασμάτων ικανών να ληφθούν οριστικές αποφάσεις για το μέλλον της
επισκοπής ’νδρου. Από τότε αποφασίστηκε πως η ’νδρος και κάποια άλλα
μικρά νησιά των Κυκλάδων (Σίφνος, Μήλος, Κέα) δεν θα αποκτούσαν πια
επίσκοπο, αλλά οι γειτονικοί επίσκοποι θα φρόντιζαν για τους λιγοστούς
πιστούς και για τις εκεί ευρισκόμενες εκκλησιαστικές ακίνητες περιουσίες
(εκκλησίες, οικίες, κτήματα, κλπ). Ο επίσκοπος Giustiniani έδειξε ιδιαίτερο
ενδιαφέρον για την ’νδρο και αργότερα που έγινε αρχιεπίσκοπος Νάξου
και διόρισε μια σειρά από βικαρίους στην ’νδρο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν
δυσάρεστες καταστάσεις που δημιουργούνταν τόσο εξαιτίας των ανθρώπων,
όσο και εξαιτίας των ακινήτων.
Στην έκθεσή του προς την Αγία Έδρα που συνέταξε το
έτος 1700, πληροφορούμαστε πως οι καθολικοί πιστοί που είχαν απομείνει
δεν ξεπερνούσαν τους πενήντα, ξένοι και ντόπιοι, σε ένα πληθυσμό 6000
περίπου κατοίκων. (Η συνέχεια στη σελ. 12).