ΤΟ "ΦΕΟΥΔΟ" ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΤΗΝΟΥ

 

(Συμπληρωματικές πληροφορίες για το φεουδαρχισμό

και την εκκλησιαστική ιστορία της Τήνου)

 

Η μελέτη αυτή αποτέλεσε ανακοίνωση στο Α' Κυκλαδολογικό Συνέδριο στην Άνδρο, το Σεπτέμβριο 1992 και δημοσιεύτηκε στα πρακτικά του Συνεδρίου, στην Επετηρίδα της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών (ΕΕΚΜ) 14, 1991-1993, 262-298.

 

Μετά την κατάκτηση της Τήνου απ'τους αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζη στα 1207 [1] , στο νησί τέθηκαν σε κίνηση μια σειρά από διαδικασίες για την εφαρμογή διαφόρων μεταρρυθμίσεων που έμελλαν να είναι καθοριστικές για τη μελλοντική ιστορική πορεία του νησιού. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποσκοπούσαν στην εγκαθίδρυση νέων θεσμών, κυριότεροι απ'τους οποίους ήταν ο φεουδαρχισμός και η Λατινική Εκκλησία.

Μέχρι τότε η Τήνος βρισκόταν κάτω απ'τη βυζαντινή διοίκηση, αλλά οι λιγοστές μαρτυρίες που υπάρχουν για την Τήνο και που ισχύουν για όλα τα κυκλαδονήσια, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι ζούσαν αυτοδιοικούμενα, τουλάχιστο κατά τη χρονική περίοδο των σταυροφοριών [2] . Είναι πιθανό, μάλιστα, οι λίγοι κάτοικοι της Τήνου να είχαν μετατρέψει το νησί σε πειρατική φωλιά, όπως είχε συμβεί με άλλα γειτονικά νησιά.

Οι Γκίζηδες, όμως, κυριεύοντας το νησί και όντας κάτω απ' την ψιλή κυριαρχία των φράγκων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης, υιοθέτησαν το δυτικό φεουδαρχικό τρόπο διοίκησης, με βάση τις γνωστές Assise di Romania. Το νέο πολιτικό και οικονομικό, αλλά και αμυντικό σύστημα δεν πρέπει να ήταν κάτι το απόλυτα καινούριο. Η βυζαντινή αυτοκρατορία είχε γνωρίσει τον ιδιότυπο φεουδαρχισμό της κατά τον τελευταίο αιώνα και, ίσως, αυτή η αυτοδιοίκηση, στην οποία αναφέρθηκα και πιο πάνω, να ήταν μια μορφή φεουδαρχισμού, ακούσιος πρόδρομος της νέας κατάστασης πραγμάτων, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το 1207 [3] .

Ο δεύτερος κυριότερος θεσμός που εισήγαγαν οι Γκίζηδες στην Τήνο-Μύκονο ήταν η Λατινική Εκκλησία. Δεν μπορούμε να ξέρουμε από πότε υπάρχουν καθολικές κοινότητες στο Αιγαίο, αλλά δεν είναι τελείως άγνωστες στο προσταυροφοριακό Βυζάντιο [4] . Δε γνωρίζουμε, όμως, από άμεσες μαρτυρίες να υπάρχει κάποια λατινική κοινότητα στα νησιά του Αιγαίου, αν εξαιρέσουμε, ίσως, κάποιες εμπορικές παρουσίες Βενετσιάνων και Γενοβέζων στη Χίο και στη Μυτιλήνη, που επετράπηκαν απ'τα χρυσόβουλλα των βυζαντινών αυτοκρατόρων [5] . Μετά, όμως την τέταρτη σταυροφορία έχουμε όχι απλώς ίδρυση τέτοιων κοινοτήτων, αλλά και τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου σώματος ιεραρχίας, που προσπάθησε να διατηρήσει την προηγούμενη μητροπολιτική διάρθρωση των Βυζαντινών. Κι αυτό ήταν επόμενο, απ'τη στιγμή που οι νέοι λατίνοι ιεράρχες αντικατάστησαν στις έδρες των τους ήδη υπάρχοντες βυζαντινούς επισκόπους και μητροπολίτες. Η αντικατάσταση αυτή θεωρήθηκε απαραίτητη απ'το εκκλησιαστικό δίκαιο της εποχής, και ερμηνεύθηκε ως επαναφορά στην προηγούμενη κανονική τάξη, που το σχίσμα, ως κανονικό αδίκημα, είχε διαταράξει [6] .

Δεν έχουμε ακόμα αρκετά στοιχεία απ'την αρχειακή έρευνα για να μπορέσουμε να θεμελιώσουμε κάποιες υποθέσεις για τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν κατά την εγκατάσταση λατίνων επισκόπων στα νησιά των Κυκλάδων, όπως έχουμε για άλλα μέρη της Ρωμανίας, έστω κι αν οι κατάλογοι των επισκόπων αυτών ξεκινούν από εποχές που απέχουν χρονικά απ'τη βασική χρονολογία του 1204/1207. Πάντως, στη μελέτη αυτή θα προσπαθήσουμε να εκμεταλλευθούμε ό,τι είναι γνωστό μέχρι σήμερα, μαζί με όλες τις ανέκδοτες πληροφορίες που έρχονται για πρώτη φορά στο φως, για να θεμελιώσουμε κάποιες βάσιμες υποθέσεις, που η περαιτέρω ιστορική έρευνα θα κρίνει κατά πόσο ευσταθούν.

Μ'αυτούς τους δυο θεσμούς (φεουδαρχισμό και Λατινική επισκοπή), θα ασχοληθώ σ' αυτή την έρευνα, που φέρνει στο φως κάποια άγνωστα στοιχεία, κυρίως μέσα από έγγραφα της πρώιμης βενετοκρατίας (1446-1456).

 

 

Α. Η εντόπιση του επισκοπικού φέουδου της Τήνου

 

1. Οι δίκες του 1654-1664

Στα 1654, όταν επίσκοπος Τήνου-Μυκόνου ήταν ο Maurizio Doria (1654-1673), δημιουργήθηκε μια διαμάχη ανάμεσα στην επισκοπή και τους ιδιώτες Γεώργιο Σάσσο του ποτέ Τζουανίν και του Τζουάννε Δελλατόλα του Στεφανή. Αυτοί οι δυο χαρακτηρίζονται ως coloni της επισκοπής, δηλαδή καλλιεργούσαν κάποια από τα κτήματά της, με την υποχρέωση να δίνουν στον ιδιοκτήτη το μισό της ετήσιας σοδείας [7] . Τον Οκτώβρη του 1654 οι δυο κολήγοι κατέστρεψαν ένα αμπέλι που η επισκοπή θεωρούσε ότι της ανήκε και ιδιοποιήθηκαν ένα γειτονικό κτήμα που καλλιεργούταν (chiusa) κι έκοψαν κάποια δέντρα που υπήρχαν σ'αυτό. O επίσκοπος αποφάσισε να διώξει τους δυο κολήγους και να δώσει την "κολικιά" σε άλλους. Ταυτόχρονα, έκαμε προσφυγή στο βενετό ρέκτορα του νησιού Domenico Pizzamano, μέσω του αντιπροσώπου του, Ιερώνυμου Gripari, ώστε και η απόφασή του αυτή να κατοχυρωθεί, αλλά και για να εξασφαλίσει το δικαίωμα να απαιτήσει μελλοντική αποζημίωση, τόσο από τις ζημιές που προκάλεσαν καταστρέφοντας το αμπέλι και κόβοντας δέντρα, αλλά κι επειδή δεν εκπληρούσαν πλήρως τα καθήκοντά τους ως "κολήγοι" [8] .

Οι δυο κολήγοι, όμως, εμφανίστηκαν μπροστά στο ρέκτορα και διεκδίκησαν το αμπέλι ως δικό τους. Οι μάρτυρες που παρουσίασε ο επίσκοπος (άλλοι κολήγοι της επισκοπής) ήταν κατηγορηματικοί, ως προς την απόλυτη κυριότητα της επισκοπής. Αλλά και οι κατηγορούμενοι είχαν στα χέρια τους κάποια στοιχεία που καθιστούσαν δύσκολη τη λήψη απόφασης εκ μέρους του ρέκτορα, και ο οποίος βρήκε ως μόνη διέξοδο στο πρόβλημά του να αναβάλλει συνεχώς την λήψη τελικής αποφάσεως. Κατά τη διάρκεια της δίκης χρειάστηκε να φέρει η κάθε πλευρά τους τίτλους ιδιοκτησίας και κάθε άλλο αποδεικτικό έγγραφο που να αποδείκνυε τους ισχυρισμούς της. Έτσι, στις 20 Ιουλίου 1655, ο επίσκοπος M.Doria κατέθεσε στο δικαστήριο αντίγραφα εγγράφων που ανέρχονταν στην εποχή της καταγραφής των φέουδων και τα οποία είχαν συνταχθεί ακριβώς δυο αιώνες πιο πριν. Στα έγγραφα αυτά φαινόταν καθαρά ότι το αμφισβητούμενο αμπέλι είχε καταγραφεί απ'τους κρατικούς υπαλλήλους του 1456 ως μέρος του φέουδου της επισκοπής και οπότε, ως φέουδο, δεν ήταν δυνατό να απαλλοτριωθεί. Αυτά τα έγγραφα που κατέθεσε ο επίσκοπος Doria είναι εκείνα που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια και απ'τα οποία αντλούμε τις πληροφορίες μας, αλλά και πάνω στα οποία θεμελιώνουμε τις υποθέσεις που θα κάνουμε.

Συμπληρωματικά, για την υπόθεση του 1654 (που δεν είναι το αντικείμενο αυτής της μελέτης), θα σημειώσω ότι δεν έληξε ούτε και με την κατάθεση αυτών των εγγράφων, αλλά συνεχίστηκε για μια δεκαετία ακόμα (το τελευταίο έγγραφο που έχω συναντήσει απ'αυτή τη δίκη είναι του 1664), μπροστά σε ρέκτορες και έκτακτους προβλεπτές κι ακόμα μπροστά στο εφετείο του Δούκα της Κρήτης, όπου έληξε με την επιστροφή των κτημάτων στην επισκοπή.

 

2. Τα έγγραφα της περιόδου 1446-1456

Είναι γνωστές οι περιπέτειες μέσα απ'τις οποίες πέρασε το νησί της Τήνου μετά το 1390 (έτος του θανάτου του τελευταίου Γκίζη, του Γεωργίου 3ου) [9] για να καταλήξει κάτω απ'την άμεση βενετική διακυβέρνηση στα 1430 [10] . Είχαν προηγηθεί οι ενοικιάσεις της Τήνου και της Μυκόνου σε διάφορους Βενετούς ευγενείς, αλλά η Γερουσία δεν έπαυε σε όλο αυτό το διάστημα να συμπεριλαμβάνει και τα δυο αυτά νησιά στις διεθνικές της συμφωνίες, ιδιαίτερα με τους Τούρκους (1411, 1419) και να τα θεωρεί βενετικά εδάφη. Απ'τα 1430 και μετά η Βενετία άρχισε να στέλνει επιτόπου ρέκτορες και προβλεπτές και ξεκίνησε μια γενική μεταρρύθμιση, παραχωρώντας προνόμια και γαίες, καθορίζοντας επακριβώς το ισχύον δίκαιο και διοργανώνοντας την άμυνα. Μ'αυτό τον τρόπο έβαζε τις απαραίτητες βάσεις για μια οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη των νησιών, που εκδηλώθηκε στα επόμενα χρόνια κι έφθασε στο απόγειό της στο 16ο και 17ο αιώνα.

Μια από τις σπουδαιότερες μεταρρυθμίσεις που έγιναν μέσα στις δεκαετίες 1440-60 ήταν κι ένας αναδασμός των δημοσίων γαιών που είχαν χορηγηθεί σε διάφορα άτομα υπό τον τύπο φέουδου, δηλαδή με την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών προς το δημόσιο, κυρίως στρατιωτικής φύσεως [11] . Ταυτόχρονα άρχισε η σύνταξη νέου βιβλίου Αναγραφών ή "Κατάστιχο" της Τήνου, επειδή το παλαιό (που θα είχε να ανανεωθεί τουλάχιστο από το 1390...) δεν ανταποκρινόταν πια στη πραγματικότητα κι ίσως αυτό να ήταν αιτία να δημιουργούνται επιεσόδια. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ότι αυτό θεωρήθηκε ως ένα απαραίτητο μέτρο για να μπορέσει η Βενετία να προωθήσει κάποιο σχέδιο μετανάστευσης κατοίκων στα δυο αυτά νησιά από άλλες ελληνικές περιοχές; Αυτή τη στιγμή και στο σημείο που βρίσκεται η ιστορική έρευνα δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι για τις διαθέσεις της Βενετίας. Πάντως, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε νια τέτοια υπόθεση

Όπως μπορεί να διαπιστωθεί, η καταγραφή των φέουδων δεν περιοριζόταν μόνο σε μια απλή ή λεπτομερή καταγραφή του κάθε κτήματος, αλλά πρόβλεπε και την κατάθεση όλων εκείνων των εγγράφων που είχαν σχέση με το καταγραφόμενο κτήμα (παλαιότερες χορηγήσεις, υποχρεώσεις του φεουδάρχη). Γι' αυτό που ονομάζουμε "φέουδο της επισκοπής" κατατέθηκαν άλλα τρία ακόμα συμπληρωματικά έγγραφα και ο λεπτομερής κατάλογος των κτημάτων. Τα έγγραφα αυτά, που δημοσιεύουμε στο τέλος την κριτική τους έκδοση από δυο αντίγραφα [12] , είναι τα εξής:

α. Δογικό έγγραφο του Francesco Foscari, της 30 Ιουνίου 1446, προς τον ρέκτορα Τήνου-Μυκόνου Giovanni Nadal. Μ'αυτό δίνεται η εντολή στο ρέκτορα να ερευνήσει επισταμένως και να διαπιστώσει αν όλη η επισκοπική περιουσία βρίσκεται κάτω απ'την άμεση διαχείρηση του τότε επισκόπου Τήνου Μάρκου Σκλάβου ή μήπως κάποιο μέρος της έχει καταπατηθεί απ'το δημόσιο ή από ιδιώτες. Το έγγραφο αυτό ήταν  απάντηση στην προσφυγή του επισκόπου Μάρκου Σκλάβου, ο οποίος ζητούσε να επιστραφούν στη διαχείρησή του όλα τα καταπατημένα κινητά και ακίνητα της επισκοπικής περιουσίας, ιδιαίτερα όμως ένα μικρό οίκημα (domuncula) που είχε ανεγερθεί με έξοδα της επισκοπής, πλάϊ στον καθεδρικό ναό της Παναγίας στην πόλη του Κάστρου. Το οίκημα αυτό χρησίμευε ως κατοικία των επισκόπων (μάλλον προσωρινή, δηλ.για τις ημέρες εκείνες που ήταν απαραίτητη η παρουσία τους στην πόλη του Κάστρου, παρά μόνιμη) και είχε καταπατηθεί απ'τον προηγούμενο ρέκτορα Michael Truno (1440-42), ο οποίος το χρησιμοποιούσε για κάποιες επίσημες εμφανίσεις του. Κοντά σ'αυτή την καταπάτηση ο επίσκοπος ζητούσε να του επιστραφούν διάφορα κτήματα (bona) και κολλήγοι (villanos) της επισκοπής που δεν του ανήκαν πια, έστω κι αν ήταν καταγραμμένοι στο Cathastico Thinarum. Ο ρέκτορας υποχρεώνεται να φροντίσει για την επιστροφή όλης αυτής της καταγραμμένης περιουσίας στη διαχείρηση του επισκόπου, εκτός κι αν οι διεκδικητές κατέχουν τίτλους ιδιοκτησίας που να προέρχονται από τη Γερουσία ή από τη Διοίκηση του Negroponte, οπότε να σταλούν στη Βενετία για να εκδικαστεί εκεί η διαφορά.

Απ'το έγγραφο αυτό πληροφορούμαστε ότι ο καθεδρικός ναός του Κάστρου, αφιερωμένος στην Παναγία (Sancta Maria), είχε χορηγηθεί στην επισκοπή από τους Γκίζηδες, από πολύ παλιά (antiquitus).

β. Το δεύτερο χρονολογικά έγγραφο είναι η δήλωση του επισκόπου Νικολάου de Lenda (1449-1468) στην επιτροπή σύνταξης των νέων "Αναγραφών" για την επισκοπική περιουσία (5 Μαϊου 1456). Τη δήλωση αυτή τη χωρίζουμε σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά τον καθεδρικό ναό του Κάστρου μαζί με το γνωστό οίκημα (Β1), ενώ το δεύτερο μέρος αναφέρεται στη λεπτομερή περιγραφή των κτημάτων της επισκοπής (Β2).

Η δήλωση για τον καθεδρικό ναό περιέχει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία για το ιστορικό παρελθόν του ναού, αλλά και τη δήλωση του ρέκτορα Marco Lauredano [13] ότι τα δικαιώματα της επισκοπής πάνω στην εκκλησία και στο οίκημα, είναι ισχυρά. Η εξέταση έγινε από κοινού με τον Sebastiano Inoriano.

Το δεύτερο μέρος είναι μια λεπτομερής περιγραφή των κτημάτων της επισκοπής, που, όπως πιστεύω, προσαρμόζει στα δεδομένα του 1456 την περιγραφή που ήδη υπήρχε στο προηγούμενο "Κατάστιχο της Τήνου" ή "Anagraffes dei feudi" και το οποίο πρέπει να ήταν γραμμένο στα ελληνικά (grece scripto).

γ. Το τρίτο έγγραφο (7 Αυγούστου 1456) είναι απάντηση του ρέκτορα Pietro da Mosto (1455-58) και του S.Inoriano προς την παραπάνω αίτηση του επισκόπου. Οι δυο κρατικοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν τα δικαιώματα της επισκοπής στα κτήματα αυτά και τα καταμετρούν σε έκταση και παραγωγή. Ο επίσκοπος, σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, μπορεί να προχωρήσει στην δικαστική διεκδίκηση των καταπατηθέντων κτημάτων. Ταυτόχρονα, όμως, καταδικάζεται ο επίσκοπος να επιστρέψει ένα κτήμα με αμπέλι που είχε φυτέψει ο Pulimenus de Leo. Το κτήμα αυτό, που συνόρευε με την υπόλοιπη επισκοπική περιουσία, μνημονεύεται στον κατάλογο των κτημάτων που προαναφέραμε. Απ'το έγγραφο αυτό έχουμε κάποιες σημαντικές πληροφορίες, τις οποίες αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε. Η πρώτη αφορά τις αλλαγές μέτρων και σταθμών που υπήρξαν ανάμεσα στην εποχή της Γκιζοκρατίας και της Βενετοκρατίας και στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Η δεύτερη πληροφορία μας διαβεβαιώνει ότι ο έλεγχος για την ορθότητα των επισκοπικών διεκδικήσεων έγινε με βάση το "Κατάστιχο" της Τήνου που ήταν "grece scripto". Το "Κατάστιχο" αυτό είναι, πέρα από κάθε αμφιβολία, εκείνο που είχε συνταχθεί στα χρόνια των Γκίζηδων και περιείχε τη λεπτομερή περιγραφή των γαιών που είχαν εκχωρηθεί ως φέουδα. Η περιγραφή πρέπει να ήταν λεπτομερής επειδή περιείχε, εκτός από τις τοποθεσίες, πιθανόν τους πλησιαστές, αλλά σίγουρα την έκταση και την παραγωγή του κάθε κομματιού, αλλά και κάποια εμφανή σημάδια (βράχους, αιωνόβια δέντρα, κ.ά.).

Η υποσημείωση-βεβαίωση του δημόσιου νοταρίου Marco Pena που ανήκει στο 17ο αιώνα, μας δίνει και κάποιες άλλες συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τα βιβλία των "Αναγραφών" και πώς αυτά φυλάσσονταν στη συνέχεια.

 

 

Β. Η ιστορική περιγραφή του φέουδου της επισκοπής

 

1. Ο καθεδρικός ναός της Τήνου - Ecclesia maior Tinarum

Σήμερα, καθολικός καθεδρικός ναός της Τήνου είναι ο ναός ο αφιερωμένος στην Παναγία του Ροδαρίου, που έχει ανεγερθεί πριν από 130 χρόνια δίπλα στο επισκοπικό μέγαρο στο χωριό Ξυνάρα [14] . Μέχρι τότε καθεδρικός ναός του νησιού ήταν ο σήμερα ερειπωμένος ναός του Αγ.Ιωάννη του Βαπτιστή στο επίσης ερειπωμένο χωριό του Εξωμπούργου, λίγα μέτρα πιο κάτω από τα τείχη της πόλης του Κάστρου. Ο ναός αυτός είχε ανοικοδομηθεί από τους επισκόπους Τήνου Νικόλαο Σιγάλα (1716-1738) και Αλοϋσιο Guarchi (1738-1762) μετά από την καταστροφή του προηγούμενου καθεδρικού ναού από τους Τούρκους στα 1715, όταν αυτοί κατεδάφισαν την πόλη του Κάστρου [15] . Ο ναός, που κατεδαφίστηκε στα 1715 και του οποίου σήμερα διακρίνονται μόλις και μετά βίας τα ερείπια, ήταν αφιερωμένος στην Παναγία και χρησίμευσε ως καθεδρικός ναός όλη την περίοδο της γκιζοκρατίας και βενετοκρατίας και σ'αυτόν θα αναφερθούμε στη συνέχεια, επειδή αναφέρεται κι αυτός στα φεουδαλικής προέλευσης  έγγραφα που εξετάζουμε.

Στα έγγραφα αυτά καταγράφεται ως ecclesia maior Tinarum, δηλ. ως καθεδρικός ναός του νησιού, η "Εcclesia Sancte Marie" που βρισκόταν μέσα στα τείχη του Κάστρου. Δεν γνωρίζουμε το χρόνο ανέγερσής της, αλλά οι πληροφορίες του 1456 μας κάνουν γνωστό ότι "olim fuit parochia", δηλ.ότι σε παλαιότερη εποχή ήταν η ενοριακή εκκλησία της πόλης του Κάστρου και όχι καθεδρικός ναός. Οπότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η ανέγερσή της ανάγεται στην εποχή που το Κάστρο της Τήνου γνώρισε την ανάπτυξή του, όποτε κι αν αυτό συνέβηκε [16] .

Η εκκλησία αυτή, σύμφωνα με δήλωση του επισκόπου de Lenda που συμπεριέλαβε στο έγγραφό του ο δόγης Fr.Foscari (έγγραφο Α') προς τον αντιπρόσωπό του στην Τήνο ρέκτορα Ιωάννη Natal, είχε παραχωρηθεί από τους Γκίζηδες στον εκάστοτε επίσκοπο του νησιού, προκειμένου να χρησιμεύει αυτή ως καθεδρικός ναός. Υπήρξε, λοιπόν, περίοδος, κατά την οποία ο καθεδρικός ναός του νησιού δε βρισκόταν στο Κάστρο, αλλά κάπου αλλού, απ'όπου, για λόγους ευνόητους, σε κάποια στιγμή μεταφέρθηκε στην Εκκλησία της Sancta Maria. Καλούμαστε να εντοπίσουμε τον προηγούμενο καθεδρικό ναό, πριν τη Sancta Maria, που θα μας επέτρεπε να σχηματίσουμε μια πληρέστερη εικόνα για τα εκκλησιαστικά πράγματα της περιόδου εκείνης που κυμαίνεται λίγο πριν και λίγο μετά το 1207, έτος που κατέκτησαν το νησί οι Γκίζηδες.

Τα έγγραφα που μελετούμε μας δίνουν ως τόπο της επισκοπής της Τήνου (locus episcopatus) όχι το Κάστρο, όπως θα ήταν λογικό, αλλά την περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό Ξυνάρα και πιο συγκεκριμένα τον τόπο όπου βρίσκεται η σημερινή καθολική επισκοπή και ο σημερινός καθεδρικός ναός. Ο επίσκοπος, στην πραγματικότητα, δεν κατοίκησε ποτέ μέσα στο Κάστρο, όπως θα αποδειχθεί και στη συνέχεια, αλλά πάντα έξω απ'αυτό. Κι αυτό δεν δικαιολογείται με τίποτα, αφού όλες οι άλλες αρχές ήταν εγκαταστημένες στην οχυρωμένη πρωτεύουσα του νησιού, παρά μόνο από το γεγονός ότι ο επίσκοπος κατοικούσε εκεί όπου παραδοσιακά βρισκόταν η επισκοπή. Και τι το πιο λογικό από να βρίσκεται και ο καθεδρικός ναός κοντά στη μόνιμη κατοικία του επισκόπου του νησιού;

Η περιγραφή του "τόπου της επισκοπής" και το σχεδιάγραμμα που το συνοδεύει, (εικ.1) μας δίνουν μια ιδιαίτερα σημαντική πληροφορία για το ζητούμενο. Στον "τόπο της επισκοπής" τοποθετούν μια εκκλησία αφιερωμένη στον Αγ.Θεόδωρο (ecclesiam Sancti Theodori) που από το σχεδιάγραμμα και σε σύγκριση με άλλες εκκλησίες, που περιγράφονται σ'αυτό, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και μεγαλοπρεπής. Τη χαρακτήριζε ένας μεγάλος τρούλλος και τουλάχιστο δυο άλλοι μικρότεροι, πράγμα που την ξεχωρίζει από τις τρεις άλλες του τοπογραφικού που είναι, αναμφίβολα, επιπεδόστεγες βασιλικές. Αυτό μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι ανήκε στον αρχιτεκτονικό ρυθμό του βυζαντινού. Η μορφή, η σύγκριση με τις υπόλοιπες εκκλησίες [17] και ο τόπος, πιστεύω ότι μας επιβάλλουν να θεωρήσουμε ως καθεδρικό ναό της Τήνου την εκκλησία του Αγ.Θεοδώρου, τουλάχιστο για την τελευταία βυζαντινή περίοδο πριν  το 1207 αλλά και για την αμέσως επόμενη περίοδο της γκιζοκρατίας, μέχρι τη στιγμή που αντικειμενικές ανάγκες οδήγησαν τον επίσκοπο της Τήνου να μεταφέρει την καθέδρα του νησιού μέσα στην πρωτεύουσα, το Κάστρο, στην μέχρι τότε ενοριακή εκκλησία του Κάστρου, τη Sancta Maria [18] . Ο ίδιος, όμως, δεν μετακινήθηκε και η έδρα της επισκοπής παρέμεινε εκεί που ήταν. Το έτος αυτής της μεταφοράς δεν είναι δυνατόν, με τα υπάρχοντα στοιχεία, να εντοπισθεί, αλλά σίγουρα ανάγεται στα χρόνια των Γκίζηδων που θα θέλησαν να προσδώσουν μ'αυτή τη μεταφορά μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην πρωτεύουσα τους.

Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς κατεδαφίστηκε ή έπεσε η εκκλησία του Αγ.Θεοδώρου ούτε και τις αιτίες. Το πιθανότερο είναι να οφείλεται στη φθορά του χρόνου. Πάντως στα χρόνια της δίκης του επισκόπου με τους Σάσσο και Δελλατόλα (1654-1664) θα πρέπει να ήταν νωπή ακόμα η ανάμνησή της, αφού μπόρεσαν και τη σχεδίασαν. 'Αρα πρέπει να είχε καταστραφεί σχετικά πρόσφατα. Πληροφορίες της εποχής μιλούν για μια εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, ότι συνόρευε με την επισκοπή. Στα χρόνια της δίκης η εκκλησία του Σταυρού ήδη υπήρχε [19] , όπως το φανερώνει η ονομασία του χωραφιού μέσα στο οποίο φέρεται κτισμένος ο ναός του Αγ.Θεοδώρου: "Chiusa di Stauro". Η εκκλησία του Σταυρού δεν αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα (βλ.εικ.1) για τον απλούστατο λόγο, ότι δε θα βοηθούσε σε τίποτα στη δίκη, αλλά έπρεπε να αναφερθεί η εκκλησία του Αγ.Θεοδώρου που ήταν καταγραμμένη στο έγγραφο Β2.

Ο γνωστός περιηγητής του Αιγαίου Vincenzo Coronelli όταν αναφέρεται στην Τήνο, μας δίνει κάποιες πληροφορίες που όχι μόνο είναι πολύτιμες, αλλά και συμφωνούν πλήρως με τις παραπάνω υποθέσεις που κάναμε. Καταγράφει ο Coronelli μια ελληνική "επιγραφή σε μάρμαρο που βρίσκεται στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, που κάποτε ήταν ελληνικός καθεδρικός ναός και τώρα είναι ενοριακός λατινικός ναός του χωριού Ξυνάρα", που έγραφε: "(υπέρ) αφέσεως των αμαρτιών του δούλου του Θεού επισκόπου Τήνου και Μυκόνου" [20] .

Η πληροφορία του Coronelli είναι πολύτιμη και καθοριστική, παρά τις κάποιες ανακρίβειες που εύκολα εξηγούνται, επειδή ταυτίζεται πλήρως με τα συμπεράσματα στα οποία φθάσαμε κι εμείς από άλλο δρόμο. Η επιγραφή, όμως, δημιουργεί ένα ιστορικό πρόβλημα: τόσο ο Coronelli όσο και οι κατοπινοί σχολιαστές του την αποδίδουν σε κάποιο βυζαντινό επίσκοπο (πριν το 1207), αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι σωστό, επειδή ποτέ η Τήνος και η Μύκονος δεν αποτέλεσαν μαζί βυζαντινή επισκοπή. Η εκκλησιαστική ένωση των δυο νησιών ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής των ενότητας, κάτω από την κυριαρχία των Γκίζηδων. Ανάλογος ήταν και ο τίτλος των βενετών ρεκτόρων που "διαδέχθηκαν" του Γκίζηδες: "rector Tinarum et Miconarum". Πώς, όμως, εξηγείται ιστορικά ένας τέτοιος συνδυασμός σ'αυτή την επιγραφή;

Εδώ πρέπει να κάνουμε υποχρεωτική αναφορά στην κατάργηση της βυζαντινής επισκοπής και στην ίδρυση της λατινικής που τη διαδέχθηκε. Η κατάργηση αυτή επιβλήθηκε απ'τον κατακτητή, όπως εξάλλου συνέβηκε σε όλη τη Ρωμανία. Δε γνωρίζουμε, όμως, πότε επήλθε αυτή η αλλαγή, αφού αυτή δεν ήταν "αυτόματη" αλλά χρειαζόταν η έγκριση της Ρώμης κι έπρεπε να υπάρχει το κατάλληλο άτομο που θα καταλάμβανε τη θέση. Για την Τήνο, ο κατάλογος των λατίνων επισκόπων αρχίζει πολύ αργά. Ο πρώτος αναφερόμενος λατίνος επίσκοπος είναι ο Βονιφάτιος στα 1295/1300, ενώ η μέχρι τώρα βιβλιογραφία ανάγει την εκκλησιαστική ένωση Τήνου και Μυκόνου όχι πριν τις αρχές του 15ου αιώνα, αν όχι στα μισά [21] . Βέβαια, το ότι δεν αναφέρεται κάποιος επίσκοπος προγενέστερος του Βονιφατίου δεν είναι απόδειξη ότι δεν υπήρξε, αλλά πρέπει να θεωρηθεί μάλλον απίθανη η ίδρυση λατινικής επισκοπής στην Τήνο αμέσως μετά το 1207. Οι Γκίζηδες δεν είχαν εδραιώσει την κυριαρχία τους και άλλα ήταν τα προβλήματα που τους απασχολούσαν τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα. Όμως, όταν απευθύνθηκαν στη Ρώμη για να ζητήσουν την ονομασία του πρώτου λατίνου επισκόπου, γιατί δε ζήτησαν ένα επίσκοπο "Τήνου-Μυκόνου" αλλά το έκαμαν 100 χρόνια αργότερα; Κι αν η εκκλησιαστική ένωση των δυο νησιών ανάγεται μόλις στα μισά του 15ου αιώνα, ποιός είναι ο βυζαντινός επίσκοπος της επιγραφής;

Μόνο με υποθέσεις μπορούμε να προχωρήσουμε στο σημείο αυτό, που θα επαληθευθούν ή θα διορθωθούν από τη συνεχιζόμενη ιστορική έρευνα. Μια πιθανή υπόθεση που μπορεί να δώσει λύση σ' αυτό το γρίφο είναι η παρακάτω. Οι Γκίζηδες, μόλις εξασφάλισαν την κυριαρχία τους στην Τήνο-Μύκονο θέλησαν να την εδραιώσουν με την εγκαθίδρυση μιας λατινικής επισκοπής στα δυο νησιά Τήνο και Μύκονο. Η ισχύουσα κανονική αρχή ήταν πως όταν ο ήδη υπάρχων βυζαντινός επίσκοπος υποσχόταν πιστότητα στο Ρωμαίο ποντίφηκα δεν τον έδιωχναν από την έδρα του, αλλά συνέχιζε να ασκεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα προς το βυζαντινό και προς το λατινικό ποίμνιο. Μετά το θάνατό του, όμως, έπρεπε να τον διαδεχθεί ένας λατίνος επίσκοπος, εκλεγμένος από το capitulum των ιερέων και να ακολουθήσει η έγκριση από την Αγία Έδρα. Η έγκριση αυτή έπρεπε, βέβαια, να δοθεί για την κάθε περίπτωση [22] . Αν, λοιπόν, υποθέσουμε, ότι ο τότε βυζαντινός επίσκοπος Τήνου έδωσε υπόσχεση πιστότητας προς τη Ρώμη και εγκρίθηκε η επέκταση των ορίων της επισκοπής Τήνου ώστε να συμπεριλαμβάνεται σ'αυτήν και η Μύκονος, τότε κάλλιστα μπορεί να ερμηνευθεί πώς είχε ταφεί στο βυζαντινό καθεδρικό ναό και με επιτύμβια ελληνική επιγραφή ένας βυζαντινός επίσκοπος που είχε τον τίτλο "Τήνου και Μυκόνου". Όλες οι προηγούμενες υποθέσεις που έχουν γίνει σχετικά [23] , πρέπει να απορριφθούν, επειδή αγνόησαν το πρόβλημα που δημιουργούσε η ονομασία της επισκοπής.

 

2. Το οίκημα του επισκόπου εντός του Κάστρου

Το θέμα αυτό είναι δεν είναι μείζονος σημασίας, αλλά μας βοηθεί να δώσουμε μιαν απάντηση σε ένα εύλογο ερώτημα: η ακίνητη περιουσία της επισκοπής αποτελούσε φέουδο (δηλ.που η πολιτική εξουσία μπορούσε σε κάποια στιγμή να αφαιρέσει απ'την επισκοπή και να το παραχωρήσει σε άλλους) ή όχι;

Οι εκάστοτε επίσκοποι διεκδικούσαν ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήματα, που είχαν καταπατηθεί, και ένα μικρό οίκημα (domuncula) που χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε επίσκοποι ως κατοικία (domicilium, residentia) όταν η παρουσία τους εντός του Κάστρου ήταν απαραίτητη (λόγω ιερουργίας στον καθεδρικό ναό κατά τις μεγάλες εορτές, αλλά και έκτακτα εξαιτίας εισβολής εχθρών). Το μικρό αυτό οίκημα είχε κτισθεί κάτω από μια στοά (porticalem) της εκκλησίας της Sancta Maria με έξοδα της επισκοπής [24] , αλλά καταπατήθηκε από τον ρέκτορα Michele Truno (1440-1442) για ανάγκες της πολιτικής εξουσίας [25] . Ο επίσκοπος Μάρκος Σκλάβος προσέφυγε στο δόγη της Βενετίας για να επιστραφεί και πάλι στην επισκοπή. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σχετικά με αυτή την υπόθεση μας δίνουν δυο έγγραφα που είναι γνωστά από άλλη πηγή [26] .

Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, λίγο καιρό αργότερα, στα 1446, το οίκημα χορηγήθηκε από τον ρέκτορα ως κατοικία σε κάποιον Μάρκο de Rugerio και η απάντηση της Γερουσίας στο ρέκτορα της Τήνου ήταν να επιστραφεί το οίκημα στον επίσκοπο. Φαίνεται, όμως, πως κάτι τέτοιο δεν έγινε και η Γερουσία επιστρέφει με δεύτερο έγγραφο, 4 χρόνια αργότερα (28 Μαρτίου 1450), και ζητά να εξετασθεί η περίπτωση και το οίκημα να χορηγηθεί σε εκείνον που το δικαιούται. Η απάντηση του δόγη Fr.Foscari (έγγραφο Α') έφθασε στην Τήνο, αφού αντίγραφό της σώθηκε στο ΑΚΤ. Για το δεύτερο έγγραφο της ίδιας χρονιάς (από τη Γερουσία) δε γνωρίζουμε ποια ήταν η τύχη του, αφού λίγα χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε η ίδια ιστορία [27] . Το έγγραφο της Γερουσίας του 1450, σε απάντηση στη διαμαρτυρία του επισκόπου N.de Lenda, σε συνδυασμό με νέα αίτηση του ίδιου επισκόπου προς τους συντάκτες του νέου "Κατάστιχου", οδήγησε στη θετική απάντηση του ρέκτορα Marco Lauredano και του Seb.Inoriano (έγγραφο Β1). Οπότε, έχουμε το δικαίωμα να υποθέσουμε πως μετά από αυτή την απόφαση, το οίκημα επιστράφηκε στην επισκοπή, αλλά για μικρό χρονικό διάστημα. Το οίκημα αυτό ήταν αντικείμενο διένεξης της επισκοπής της Τήνου με τους ρέκτορες για τους επόμενους δυο αιώνες κι άλλαζε κάτοικο ανάλογα με τις αγαθές ή αρνητικές σχέσεις που διαμορφώνονταν ανάμεσα στην πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία του νησιού [28] .

Αλλά με ποιο δικαίωμα οι ρέκτορες του νησιού αφαιρούσαν το οίκημα αυτό από την επισκοπή και το παραχωρούσαν σε ιδιώτες; Κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να γίνει αν οι ρέκτορες και η Γερουσία δε θεωρούσαν το οίκημα και τον καθεδρικό ναό ως κρατική περιουσία που την παραχωρούσαν στον εκάστοτε επίσκοπο. Κι έτσι, πράγματι, συνέβαινε.

Πιστεύω ότι πρέπει να χωρίσουμε την επισκοπική περιουσία σε δυο μέρη: εκείνη του Κάστρου και εκείνη του "locus episcopatus". Η κτηματική περιουσία καθώς και ο ναός του Αγ.Θεοδώρου και το οίκημα της επισκοπής "ad locus episcopatus" δεν τα κατείχε η επισκοπή από χορήγηση των Γκίζηδων, αλλά ήταν ιδιοκτησία της, που προερχόταν από τη βυζαντινή εποχή [29] . Εκεί πια οι Γκίζηδες δεν μπορούσαν να επέμβουν χωρίς να προκαλέσουν την οργή της Αγ.Έδρας και το κανονικό μέτρο του αφορισμού, όπως είχε συμβεί σε παρόμοιες υποθέσεις στην Πελοπόννησο και στην υπόλοιπη Ρωμανία.

Όμως, η εκκλησία της Sancta Maria είχε παραχωρηθεί ως καθεδρικός ναός από τους Γκίζηδες και μέσα στο χώρο που της ανήκε είχε οικοδομηθεί το οίκημα που αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης. Κληρονομώντας η Βενετία την Τήνο και τη Μύκονο από τους Γκίζηδες, πήρε τη θέση του "souzerain" και με αυτό το δικαίωμα ο εκάστοτε ρέκτορας, όταν είχε τους λόγους του, αφαιρούσε το οίκημα από την επισκοπή και το παραχωρούσε σε άλλο υπήκοο της Γαληνότατης, σίγουρα υπό τη μορφή του φέουδου. Εξάλλου, τόσο στην ίδια τη Βενετία όσο και στις υπόλοιπες ανατολικές της κτήσεις, η Γαληνότατη θεωρούσε τους κατά τόπους καθεδρικούς ναούς ως κρατική περιουσία.

Έχουμε, λοιπόν, το "φέουδο" της επισκοπής να βρίσκεται κάτω από δυο καθεστώτα: το πρώτο μέρος (η κτηματική περιουσία) ανήκει στην επισκοπή, αλλά είναι καταγραμμένο στις "Αναγραφές"  ως εκκλησιαστική περιουσία και ισχύει γι'αυτό ένα μικτό καθεστώς ιδιοκτησίας και φέουδου [30] . το δεύτερο μέρος είναι καθαρά κρατική περιουσία φεουδαλικής φύσεως (οπότε ισχύει πλήρως το καθεστώς των Ασσιζών) και ο ρέκτορας, με την άδεια της Γερουσίας, μπορεί να την χορηγεί ως φέουδο σε όποιον υπήκοο κρίνει καλύτερα, τηρώντας, βέβαια, το δίκαιο των Ασσιζών.

Για το λόγο αυτό, ο εκάστοτε νέος επίσκοπος Τήνου, μετά την ονομασία του από τη Ρώμη, περνούσε από τη Βενετία και εφοδιαζόταν με ένα έγγραφο της Γερουσίας, με το οποίο του αναγνωριζόταν η επισκοπική εξουσία πάνω στις εκκλησίες, στις περιουσίες τους και στα εισοδήματά τους [31] . Όμως, νομίζω, ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μας επιτρέπει να θεωρήσουμε τον λατίνο επίσκοπο Τήνου ως "feudatario" των Γκίζηδων αρχικά και στη συνέχεια της βενετικής εξουσίας, στους οποίους να όφειλε υποταγή φεουδαλικού τύπου. Πάντως, λείπει ακόμα μια εμπεριστατωμένη μελέτη που να καλύπτει την εξέταση του νομικού καθεστώτος της εκκλησιαστικής περιουσίας στη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα.

 

3. Η κτηματική περιουσία του φέουδου της επισκοπής

Το έγγραφο Β2' συντάχθηκε από τον επίσκοπο Νικόλαο de Lenda προς το τέλος του Απρίλη με αρχές του Μάη 1456 και παραδόθηκε στο ρέκτορα του νησιού και στον Sebastiano Inoriano. Χωρισμένο σε τρία μέρη (εκτός από την εισαγωγική σημείωση), κατά γεωγραφικές περιοχές, δίνει τον πλήρη και λεπτομερή κατάλογο των κτημάτων του φέουδου. Η χρονολόγηση είναι ακριβής και πέρα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση, και επιβεβαιώνεται και από δυο εσωτερικά στοιχεία που μας παρέχει το ίδιο το έγγραφο. Πράγματι, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ως πλησιαστής κάποιου κτήματος ο παπάς Γεώργιος Diassorini (αρ.κτήματος 28), γνωστός και από άλλη πηγή [32] , ως ορθόδοξος πρωτοπαπάς της Τήνου, μέχρι το τέλος Ιουνίου 1456, οπότε και εκλέχθηκε διάδοχός του μετά το θάνατό του. Αλλά και ένα δεύτερο πρόσωπο είναι γνωστό: ο επίσης πλησιαστής Simon della Janena (αρ.κτημάτων 3 και 41). Ο S. della Janena είναι γνωστός από το γεγονός ότι έλαβε απ'τις βενετικές αρχές ένα φέουδο στο νησί στα 1446 [33] . Έτσι, λοιπόν, πρέπει να θεωρήσουμε ως αναμφισβήτητη τη χρονολόγηση του εγγράφου και ότι είναι η περιγραφή την οποία κατέθεσε ο επίσκοπος de Lenda, υπακούοντας στις διαταγές των βενετικών αρχών που είχαν αναλάβει τη σύνταξη των νέων "Αναγραφών".

Στην πραγματικότητα, όμως, ο επίσκοπος δεν πρέπει να συνέταξε ex novo τον κατάλογο. Αντέγραψε έναν παλαιότερο που υπήρχε στο αρχείο της επισκοπής και ο οποίος ανερχόταν στην εποχή των Γκίζηδων. Κάθησε, όμως, και άλλαξε τα ονόματα των πλησιαστών της προηγούμενης σύνταξης με εκείνα των πλησιαστών της εποχής του, ώστε να προσαρμόσει τον κατάλογο αυτόν στις απαιτήσεις των κρατικών υπαλλήλων. Κάνοντας αυτή την εργασία, διαπίστωσε ότι υπήρχαν κτήματα καταγραμμένα στον κατάλογο της γκιζοκρατίας, αλλά τα οποία είχαν καταπατηθεί από διαφόρους. Έτσι, αποφάσισε να παρουσιάσει στον ρέκτορα Ρ. de Mosto και στον Seb.Inoriano και μια διαμαρτυρία σχετικά με ένα ορισμένο αριθμό κτημάτων στην περιοχή "Cattomerea" που, ενώ αναφέρονταν στο παλαιό κατάστιχο ως κτήματα της επισκοπής, τώρα, όμως, ήταν καταπατημένα. Τους δυο υπαλλήλους της Βενετίας τους ενδιέφερε η τήρηση της φεουδαλικής αρχής ότι τα φέουδα δεν απαλλοτριώνονται [34] . Έτσι, οι δυο υπεύθυνοι συντάκτες των νέων Αναγραφών σύγκριναν τις επισκοπικές διεκδικήσεις με το παλαιό Κατάστιχο, το "grece scripto", κι έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ο επίσκοπος μπορεί να διεκδικήσει αυτή την καταπατημένη περιουσία. Ταυτόχρονα, όμως, έπαιρναν και μια καταδικαστική απόφαση σε βάρος της επισκοπής: έπρεπε να επιστρέψει ένα αμπέλι και ένα κτήμα που βρισκόταν κοντά στην περιοχή της επισκοπής [35] , αλλά και τους καρπούς που παρήγαγαν όσο καιρό αυτά βρίσκονταν στην κατοχή της. Είναι πιθανό να είχαν στα χέρια τους διαμαρτυρία του ιδιοκτήτη των κτημάτων αυτών κι απ'αυτό να ενήργησαν ή ακόμα να ήταν φεουδαλικής προέλευσης κτήματα, που έπρεπε να επιστραφούν δικαιωματικά στους φεουδάρχες που τα είχαν απωλέσει παρά τις αντίθετες διατάξεις των "Ασσιζών".

Αν προσπαθήσουμε να βγάλουμε κάποια σύντομα συμπεράσματα, στα οποία θα χρειαστεί να επανέλθω και στο μέλλον, αναφορικά με την έκταση της κτηματικής περιουσίας της λατινικής επισκοπής της Τήνου, θα πρέπει να οδηγηθούμε στη διαπίστωση πως αν και αριθμητικά φαίνεται μεγάλος ο αριθμός των κτημάτων, ουσιαστικά πρόκειται για μικρή περιουσία. Κι αυτό αν συγκριθεί όχι μόνο με τις εκτάσεις που είχαν άλλες βυζαντινές και λατινικές επισκοπές, αλλά και με τις αντικειμενικές ανάγκες μιας επισκοπής.

Η κτηματική περιουσία της επισκοπής, αν και φαίνεται μοιρασμένη σε τρεις περιοχές του νησιού (Cattomerea, Anomerea, Cato Smardaito), μπορούμε να πούμε, σε γενικές γραμμές,  ότι ισχύει αυτή η διαίρεση. Και σήμερα, ακόμα, οι κάτοικοι διαιρούν παραδοσιακά την Τήνο σε τέσσερα μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα ή "Μέρη", που κάποτε ήταν και διοικητικά: Κάτω, Πάνω, 'Εξω και Μέσα Μέρη. Αν και τα δυο απ'αυτά τα συναντούμε στο κτηματολόγιο της επισκοπής που εξετάζουμε, δεν ταυτίζονται απόλυτα. Τα ονόματα των χωριών που αναφέρονται και τα τοπωνύμια δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα και μπόρεσα να τα εντοπίσω όλα, εκτός από δυο-τρία, πράγμα που κρίνω απόλυτα φυσικό, αφού έχουν περάσει από τότε πεντέμισι αιώνες. Η "καρδιά", βέβαια, του φέουδου, είναι το "locus episcopatus", στο σημερινό χωριό της Ξυνάρας, που έχει παραμείνει μέχρι σήμερα σχεδόν αναλλοίωτο, τόσο στα ονόματα των κτημάτων, όσο και στα σύνορα τους. Το γεγονός ότι η υπόλοιπη κτηματική περιουσία της επισκοπής βρισκόταν διεσπαρμένη σε ένα μεγάλο μέρος του νησιού, μπορεί να φανερώνει ότι ένα μέρος των κτημάτων αυτών να μην ήταν περιουσία της βυζαντινής επισκοπής, αλλά να προερχόταν και από δωρεές ή κληροδοτήματα του 13ου και 14ου αιώνα. Αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε πρωτόγνωρο γεγονός, αφού το φαινόμενο αυτό ήταν γνωστό και στη φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο [36] .

Το σύνολο των εκτάσεων ανέρχεται σε 82,93 πινάκια, που πρέπει να τα ταυτίσουμε με τον περίπου ίσο αριθμό σημερινών στρεμμάτων γης. Βέβαια η έκταση φαίνεται αρκετά μεγάλη, αλλά το γεγονός ότι μοιράζεται σε 45 κομμάτια που δεν συνορεύουν μεταξύ τους και μάλιστα που το μέγεθος των περισσότερων είναι ιδιαίτερα μικρό (1/2, 1/3, 1/4, 1/8 μέχρι και 1/20 του πινακίου!), ελαττώνουν τόσο την αξία της περιουσίας στο σύνολό της όσο και το μέγεθος της παραγωγής που θα περίμενε κάποιος από  μια τέτοια έκταση [37] .

Ας σημειωθεί, σε κατακλείδα, ότι τα ονοματεπώνυμα των πλησιαστών μας δίνουν ένα δείγμα (όχι υποχρεωτικά αναλογικό, αλλά τουλάχιστο χαρακτηριστικό) του πληθυσμού της Τήνου στα μέσα του 15ου αιώνα, όταν ο πληθυσμός της Τήνου και Μυκόνου, λίγο καιρό αργότερα, στα 1470, υπολογιζόταν στις 3000 ψυχές [38] . Η αναλογία των ιδιοκτητών γης που έχουν ελληνικά επώνυμα σε σχέση με εκείνους που έχουν ξενικής προέλευσης (ιταλικά ή ισπανικά) είναι 24 προς 36. Να σημειωθεί, ακόμα, η περίπτωση δύο αδελφών, του Georgius και Joannes Ferrara, αναμφίβολα ιταλών στην καταγωγή, που είναι "parici".

Όλα αυτά τα στοιχεία, μαζί με άλλα ακόμα (τοπωνύμια, εκκλησιές, γεωργική παραγωγή), αποτελούν πολύτιμο υλικό για μια περαιτέρω εμβάθυνση του θέματος, που προτίθεμαι να κάμω στο μέλλον.

 

 

Γ. Συμπληρωματικά στοιχεία για το φεουδαρχισμό στην Τήνο.

 

Ο φεουδαρχισμός στην Τήνο έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και στο παρελθόν κι έχει χαρακτηρισθεί ως "ιδιόμορφος" [39] , επειδή μοιάζει να έχει καταβολές από το προηγούμενο βυζαντινό σύστημα, αλλά και επειδή η μικρή έκταση των φέουδων δεν επιτρέπει να μιλήσουμε για "φεουδαρχισμό" με τη συνήθη έννοια.

Πράγματι, με την έννοια αυτή, δεν έχουμε φεουδάρχες δυτικού τύπου που γνώρισε όλη η υπόλοιπη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα, ακόμα και το Δουκάτο του Αιγαίου. Ο φεουδαρχισμός της Τήνου-Μυκόνου, στην εποχή μάλιστα της βενετοκρατίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί "φεουδαρχισμός" με την απόλυτη σημασία του όρου, αν και διατηρεί πολλά χαρακτηριστικά του, όπως τη σταρτιωτική υπηρεσία και διέπεται από τις Ασσίζες της Ρωμανίας.

Αρχικά οι Γκίζηδες ξεκίνησαν με τη δημιουργία μεγάλων φέουδων. Το μαρτυρούν τα ονόματα των χωριών που τα περισσότερα είναι κυριώνυμα. Ανάμεσα στα χωριά που υπάρχουν και που έχουν ερημωθεί, υπήρχαν τουλάχιστο 22 που ήταν κυριώνυμα. Εκτός απ'αυτό, υπάρχουν και δεκάδες τοπωνύμια σε όλες τις περιοχές του νησιού που κι εκείνα είναι κυριώνυμα. Η χαρακτηριστική κατάληξη των περισσότερων σε "-άδος" έχει πια αποδειχθεί, ότι φανερώνει τη φεουδαρχική τους προέλευση [40] . Αν δεχθούμε κάτι τέτοιο (και είναι πέρα για πέρα σίγουρο), τότε βρισκόμαστε μπροστά στην περίπτωση υποφεουδάρχισης ενός μέρους των νησιών, που δεν μπορούσε να ξεπεράσει το ένα τρίτο της έκτασής τους, από τη στιγμή που οι Γκίζηδες ήταν φεουδαρχικά υποτελείς, αρχικά στο λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και στη συνέχεια στον εκάστοτε πρίγκηπα της Πελοποννήσου [41] .

Πλήρη κατάλογο των φεουδαρχών της Τήνου-Μυκόνου δεν έχουμε, ούτε και σε μια συγκεκριμένη χρονολογία. Ξέρουμε, όμως, πως ο ακριβής αριθμός στον οποίο ανέρχονταν στις αρχές του ΙΖ' αιώνα, ήταν 69 [42] . Πιθανόν ο αριθμός τους στο παρελθόν να ήταν μικρότερος και να αυξήθηκε αργότερα. Ονόματα φεουδαρχών συναντούμε στις αποφάσεις της Γερουσίας που δημοσίευσε ο Fr.Thiriet [43] και στα έγγραφα που υπέγραψαν οι φεουδάρχες-πολίτες στα 1614 [44] .

Στο θέμα του φεουδαρχισμού στην Τήνο, ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζει η περίπτωση της οικογένειας Scutari. Η οικογένεια αυτή κατηγορήθηκε από την Comunita της Τήνου στη βενετική Γερουσία, ότι κατείχε "poco meno della mita dell'Isola" και ότι μέλη της είχαν κατορθώσει να πάρουν τα κυριότερα αξιώματα στη διοίκηση του νησιού [45] . Η οικογένεια Scutari είχε αγοράσει αυτή την τεράστια έκταση από τους "magnifici Loredani", χωρίς όμως αυτοί οι τελευταίοι να αποξενωθούν από τις ιδιοκτησίες τους στην Τήνο, όπως μαρτυρεί το έγγραφο Στ' που δημοσιεύω στο τέλος. Το αχρονολόγητο αυτό έγγραφο του ΙΗ' αι. [46] μας δίνει το δικαίωμα να διαπιστώσουμε ότι οι Loredani κράτησαν τις ιδιοκτησίες τους στην Τήνο μέχρι το 1715, οπότε και θα πρέπει να καταπατήθηκαν ή από ιδιώτες ή από τους ίδιους τους Τούρκους, ως δημόσια γη. Πιστεύω ότι οι ιδιοκτησίες των οικογενειών Scutari και Loredani, συνολικά, δεν έφταναν σε τόσο υψηλό ποσοστό, ώστε να καλύπτουν το μισό του νησιού, αλλά σε αρκετά μικρότερο. Είναι αλήθεια πως ούτε οι μεν ούτε οι δε αναφέρονται πουθενά ως φεουδάρχες, αλλά, απλά, ως cittadini. Τότε, μήπως, εκτός από κάποια σημαντική περιουσία που κατείχαν, είχαν νοικιάσει τους φόρους μεγάλων εκτάσεων δημοσίων γαιών και όχι "possessori", όπως αναφέρει η κατηγορία;

Για κάτι τέτοιο συνηγορεί και μια απλή πρόσθεση: αν προσθέσουμε τις φερόμενες ιδιοκτησίες των Scutari και των Loredani, την κτηματική περιουσία της επισκοπής, την κρατική περιουσία που είχε χορηγηθεί ως φέουδα σε 69 άτομα, διερωτάται κανείς τι απέμεινε στους ελεύθερους κτηματίες και γεωργούς που δεν πρέπει να ήταν λίγοι, όπως προκύπτει από τον αριθμό των πλησιαστών των κτημάτων της επισκοπής. Είναι, πράγματι, χαρακτηριστικό, ότι αν και τα κτήματα της επισκοπής είναι διεσπαρμένα σε μεγάλο μέρος του νησιού, κανένα απ'αυτά δε συνορεύει με κτήμα των Scutari ή των Loredani, αλλά μόνο με ελεύθερους κτηματίες. Ακόμα, αν και μας είναι γνωστά τα ονόματα 30 φεουδαρχών της ίδιας περιόδου (1444-1445) κανενός το όνομα ή το φέουδο δε συναντάται ανάμεσα στους πλησιαστές των κτημάτων της επισκοπής, με μόνη εξαίρεση τον Simon della Janena κι αυτός όχι με φέουδο. 'Ετσι, πιστεύω ότι πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική η αναφορά στους Scutari, ως δήθεν κατόχων σχεδόν της μισής Τήνου.

 

Επίλογος

Κλείνοντας, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι, ακόμα, η ιστορική έρευνα για τον φεουδαρχισμό και την εγκαθίδρυση της λατινικής επισκοπής στην Τήνο-Μύκονο δεν έχει κλείσει. Τα τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικές προσπάθειες στη διελεύκανση της μεσαιωνικής ιστορίας αυτών των νησιών, αλλά απομένουν, ακόμα, να γίνουν πολλά. Η έρευνα, που συνεχίζεται, θα φωτίσει την ιστορική πορεία όχι μόνο αυτών των δυο νησιών, αλλά και όλων των Κυκλάδων, αφού είναι γενικά παραδεκτό ότι η ιστορία ενός νησιού είναι παράλληλη με την ιστορία των άλλων και ότι οι θεσμοί, έστω και κάτω από διαφορετικά καθεστώτα, δέχονταν αλληλοεπιδράσεις.


Ε Γ Γ Ρ Α Φ Α

 

Α'

AKT, φακ.18, εσ.2 30 Ιουνίου 1446

 

Reverendissimus dominus Nicolaus de Lenda episcopus Thinarum, requisitus dicere de iuribus suis, exibuit et presentavit litteras ducales infrascripti tenoris.

 

Franciscus Foscari Dei gratia dux Venetiarum etc.

 

Nobilibus et sapientibus viris Joanni Natali de suo mandato rectori Thinarum et Miconarum et successoribus suis fidelibus dilectis, salutem et dilectionis affectum.

 

Exposuit nobis reverendissimus pater frater Marcus Sclavus episcopus Thinarum et Miconarum ex tum ab antiquissimis temporibus episcopi dictorum locorum pacifice et quiete tenerunt et possederunt ecclesiam sancte Marie, posita in dicto loco Thinarum, quam ecclesiam predictam episcopatuj dederunt et concesserunt antiquitus domini qui dominabant illis locis, et de bonis ipsius episcopatus astructa et redifficata fuit quaedam domuncula sub quodam porticali ipsius ecclesie pro habitatione episcoporum illius loci, quan domunculam possedit ipse episcopatus usque ad tempus regiminis viri nobilis Michaelis Truno olim rectoris nostri dictarum insularum, qui accepit dictum porticalem ipsius ecclesie et fecit quamdam lobiam, per modum quod cultus divinus leditur et ipse episcopus non habet illud domicilium suum ut habere consueverat, in ipsius episcopatus maximum detrimentum, propter quod petiit humiliter ut sibi oportune providere dignamur.

Nos autem, his intellectis et habita informatione aliquorum rectorum nostrorum qui fuerunt ad illud regimen et qui affirmant episcopos dictorum locorum solitos esse habitare in dicta domo et quod labia erat alibi ubi antiquo esse consueverat, quod predicta domus est in uno corpore cum dicta ecclesia, mandamus vobis ut providere debeatis quod dicta domus eidem episcopatui restituatur, ut antedictus episcopus in ea veleat habitare et gaudere illa ecclesia et ceteris ad eam spectantibus sicut fecerunt predecessores sui. De lobia autem provideatis quod sit in loco ubi prius erat. Preterea quia ipse episcopus asserit multas possessiones, villanos et bona occupari indebite ipsi episcopatui, ut dicit apparere in Chatastico Thinarum et alijs rationibus quas ostendit, mandamus vobis ut auditis iuribus ipsius episcopi et aliorum qui audiendi essent, debeatis in dictis materiis ius et iustitiam ministrare cum celeri expedictione. Sed si alicuis habet privilegium vel concessionem a nobis aut a regimine nostro Nigropontis de dictis concessionibus et bonis que per dictum episcopum peterentur, supersedeatis et rescribatis nobis dando nobis informationem plenariam ut oportune deliberare valeamus.

Datum in nostro ducali palatio, die ultimo junii, indictione nona, MCCCCXLVI.


Β'1

 

ΑΚΤ, φακ.18, εσ.2 5 Μαϊου 1456

 

Extractum ex libro Cathasticorum existentem apud D.Joannem Pasqualem fiscalem.α

 

1456 Die V. Maijβ

Reverendissimusγ dominus episcopus Thinarum nomine episcopatus tenet ecclesiam maiorem Thinarum nomine sancta Maria, que olim fuit parochia. Item unam domum ecclesie contiguam. A parte levantis, ponentis et meridiei sunt vie publice.

 

Nos Marcus Lauredanus rector Thinarum et Miconarum, examinatis iuribus episcopatus, domum predictam et ecclesiam, simul cum Sebastiano Inorianoδ, aprobamus et confirmamus.

_________________________________

 

αΑ: Estratto dal libro delle Anegraffes dei feudi βA om. B:(Die V.Maij) στο στ.9 γA om.  δA: enoriano

 

 

Β'2

ΑΚΤ, φακ.18, εσ.2 5 Μαϊου 1456

 

Qui dominus episcopus nomine sui episcopatus possidet bona infrascripta.

 

In Cattomerea

1. Tenet ad Assomato super vallem et territorium comunis laboratum per Jacobum Critico, scalas tres. V.E. pinachia unum cum dimidio.

2. Item in loco dicto sto Mina iuxta Sophiam relictam Rugerij Armacola et iuxta Joannem de Foieα, pinachii tertiae duo.

3. Item ad clausuram de Smordeaβ quam tenet Simon della Janenaγ pro uxore sub domibus deruptis passuum quatuor et sub Andrea et Bonifacio Ventura et iuxta ecclesiam S.Salvatoris cum figarijs, pinachia duo.

4. Item ad esso Chorio super Theodorum Pichermoδ et sub Georgio et Joanne Ferrara paricis scalinum unum cum una fico et arboribus sicomorum, pinachii decimae quintae unam.

5. Item ad Smordeam in loco dicto Exocolo in clausura Januli Ventura sub dicto Janulio super Nicolam Critico scalinum unum cum una fico, pinachii octavae unam.

6. Item ad molendinumε de Sparvier iuxta domum Nicolai Marcoisi iuxta viam Zanin Gisi et iuxta Mariam Scardana sub Stefano Marcoisi quondam Joannis vineam unam cum ficarijs et morarijsζ, pinachii tertiae duas.

7. Item ad Crio Nero iuxta Aloisium Darmin et sub Georgio Apergi cum ficis et vinea, pinachii medium.

8. Item sto Mavro Pirgo sub Anna Cicalaη ex illo Zamandula super Joannem Marcoisiθ quondam Angeli, pinachium unum.

9. Item ad Cuticado in clausura Nicolai Apergi iuxta Nicolam Corinthio ficum unam et nihil aliud.

10. Item ad Piscopiano Vuni ad locum sancti Georgii de Schiepano veniendo per stratam recto tramite et eundo usque ad marinam eundo per vallem usque ad fontem de Vari territoria laborativa modiorum novem.

11. Item ad Cacicha alle Gognies versus Flegomeno in clausura Petri Jannizopulo et sociorum sub territorio comunis iuxta tantum perι Marcum Calomeno usque ad vallem et ultra usque ad territoria inculta cum domibus ruinatisκ, pinachia duodecim.

12. Item ad Muntadoλ super Aloisium Darmin sub Joanneμ Lambida, pinachii tertiam unam.

 

In Anomerea

13. Item ad Gaidarokilistra super territorium comunis et iuxta territorium comunis tantum per Jacobum Culati et extra clausuram Aloisij Darmin usque ad saxos, pinachia quattuor.

14. Item ad Spilea sub Marco Fusculo de Nichiforo, pinachia duo.

15. Item ad Tripotamum in clausura Jacobi Valterij sub Nicolao Colaro cum ficis, pinachii medium.

16. Item ad Constantina pro indiviso cum Jacobo Vassalo in clausura sub saxis et super Stefanum Colati, pinachia unum cum dimidio.

17. Item ad Cuticado iuxta Georgium et Joannem Ferrara et Marcum Fusculum cum ficis et morarijs, pinachij quartae unam.

18. Item pro indiviso cum Marchesina Gixi et Joanne Cumariano iuxta Beatricem Codilijν super ipso domino episcopo cum parte ficuorum et morarij et pomiorum granatorum, pinachii tertiae unam.

19. Item in dicto loco superξ territorium comunis sub Nicolao Alamano in clausura dominij tenta per Joannem Gargarotoο, pinachium unum.

20. Item ad sanctum Nichitamπ in medio territoriorum Marci Fusculi, pinachij medium.

21. Item ad Vassili in clausura circumdata cum arboribusρ sub Jacobo Palamari, pinachia sexσ.

22. Item ad locum episcopatus ad ecclesiam sancti Theodori veniendo recta linea per viam intrando in clausuram comunis quam plantavit Pulimenus Leo parichusτ episcopi ubi usurpavit territorium comunis a parte superiori et in illa vinea habet territorium pinachii sextae partis et eundo ad cisternam ubi est ecclesia sancti Nicolai que fuit quondam presbytero Petroυ et descendendo usque ad vineam de Platies Ochtes quam possidet et descendendo ex eaφ usque ad primum saxum grossum quod est super tria scalinia possessa per Zianinum Gixi et Thomam de Salonichiχ pro uxore pro indiviso, eundo recta linea ad unum saxum sclopatum super quo est una oliva silvestris et ex illo saxo super territorium vineatum quod usurpabat dictus episcopatui et eundo usque ad certumψ alium saxum grossum qui est super domibus Stefani Charchia usque ad flumen et ascendendo per dicto flumen usque ad fontem sancte Marine recto tramite et ab illa fonte veniendo per viam dicti episcopatus et ab illo episcopatu ascenditur ad cisternam que est in ecclesia presbyteri Petri vocatam sancti Nicolai et postea descenditur in domum diruptam dictam de Colovari et venitur ad locum de Platies Octhesω ubi incohavit cum clausuris, vineis et arboribus.αα αβ  Que designatio fuit facta per homines vassalos et expertos, secundum etiam catasticum comunis antiquum,αγ et omniaαδ illa que extra illos confines tenebat, indirecte tenebat, sicut demonstraverunt antiqui cum iuramento et existimatum est illud territorium esse modiorum novorum xxvij viginti septem.

23. Item ad esso Chorio iuxta Aloisium Darmin cum una pomaria granata, pinachij ex viginti.αε

24. Item ad Anoαζ Potamia ad sanctum Joannem de Vachari iuxta vallem et per Marinum Grespoαη, pinachii medium.

25. Item ad Messariam in clausura Zorziniαθ Luvari alle Copres in medio territorij Antonij Luvariαι et Joanni Piperi cum morarijs et partem ficuorum, pinachii medium.

26. Item ad Apano Smardaito iuxta vallem sub Antonio Luvari et cum ficis et vinea silvestri, pinachii octavae unam.

27. Item pro indiviso cum Antonio Luvariακ super Megliuram Corinthio et Georgium quandam Marci Filipuzzo et iuxta territorium comunis tantum per Janulium Albertinumαλ in parte sicomorum, pinachii quartae unam.

28. Item sub Janulio Bonoffacio Ventura super papatem Georgium Diassoriniαμ, pinachii quartae unam.

29. Item ad Cato Smardaito ad sanctum Georgium a Xilimacheri sub Petro Della Tolla iuxta Janulium de Suda, pinachia unum et tertiae unamαν.

30. Item ad Messariam in clausura Georgii Gixi domos eruptas cum pergulis et ficis tentis per Georgium predictum iuxta domos comunis eruptas et Dalismano Vittali, pinacii decimae unam.

31. Item ad Cato Messariam in clausura Georgii Gixi sub Dalismano Vidal super Marcum Livadari cum ficis, pinachia unum et quartae partis.

32. Item ad Cato Smardaito in clausura Simonis Ventura iuxta Perulium Amerali e duobus lateribus cum ficis, pinachii vigesimae unamαξ.

33. Item ad clausuram Leonini Filipuzzo subαο via super vallettam cum vinea silvestri, pinachii tertiae unam.

34. Item in dicta clausura super viam sub territorio comunis ex illo per Michelemαπ, pinachii quartae unam.

35. Item iuxta Georgium Filipuzzo quondam Marci, pinachii octavae unam.

36. Item ad esso Chorio iuxta quercumαρ magnam et Raineriumασ Charchia cum ficis, pinacii medium.

37. Item ad Agrioschia in clausura in medio territorij Aloisij Darmin pinachii octavae unam.

38. Item ad Messi al Chorioατ iuxta domum Rugerij Macricheri in clausura scalam unam, pinachii quartae unam.

39. Item ad Psachniαυ iuxta vallem sub Michalioαφ Marangon cum vinea, pinachii vigesimae unam.

40. Item ad Caream iuxta vallem et territorium comunis tantum per Joannem Cumariano cum arboribus domesticis, pinachii tertiae unamαχ.

41. Item ad Potamia sub Dalismano Vidal super vallem et iuxta per Simeonem della Janena per uxorem, pinachii ex triginta unam.

 

Cato Smardaitoαψ

42. Item simul cum Modena Fusculo pro indiviso sub et super domibus antiquis scalinum unum cum una fico, pinachii tertiae unam.

43. Item ad Lazaroαω in clausura Jacobi Fusculo super Joannem Mortato super territorium comunis cum tribus pinis et duabus morarijs, pinachii duas.

44. Item in clausura Marchesinae Gixi ad Plistria, pinachii medium.

45. Item ad Lutra in clausura Nicolai Filipuzzo iuxta vallem et sub Joanne Plita cum vinea silvestri et pomarijs et ficis, pinachii medium.

_________________________________

αB: de Faie βB: Smordraiam γA: Janina δB: Pilleno  εA: malendrinum ζA: ficario et morario ηB: Cucula θB: Moraiti ιA: om.  κA: vicinatis λA: Mudado  μB: om. νB: om. ξA: pro οA: Garguoroto πA:Nicolaum ρΑ:arziro σB:Jacobo...sex om. τB: le parochus episcopatus υB:presbytero om. φA:extra χA:Salonico ψB:unum ωA:platies chores ααB:eclesijs αβA: (κενό στο κείμενο) αγA:anticum αδa:illa  αεB:P.20 6 αζA:alla αηΑ:barinam Grispo αθA:Zorzari αι-ακB: om.  αλB: Antonium Albertinum   αμA: Diassorum ανA: et unum 3m. αξA: xx unum αοB: super απB: Jochilia αρB:concam ασA:Zanerium ατB: Chiecro αυA: psachini αφA:Vichalio αχA: δυσανάγνωστη λέξη αψA: Catto Smardatto αωA: al Zaro

 

 

 

 

Γ'

ΑΚΤ, φακ.18, εσ.2 7 Αυγούστου 1456

 

1456, die 7mo Augusti

Nos Petrus de Musto Rector Tinarum et Miconarum et ego Sebastianus Inurianoα examinato Catastico grece scripto et audito Reverendo domino Nicolo de Lenda Episcopo Tinarum et Miconarum dicente debere habere ad Catomeream adhucβ modiatas xxj territorij circiterγ, que occupantur per aliquos et ideo petebat sibi ius fieri; consideratis consederandis bona supra scripta sibi adiudicamus, salvo iureδ Dominij. Εtiam quia dicta territoria episcopatus ubi erant modiateε antique quinquaginta modo remanent modiate xxvij nec plus nec minus, quia licet facta sit taxatio huius catastici ad rationem sexaginta modiorum pro centenario antiquo, ut patet in principium huius operis, tamen illa facta est ad comunem utilitatem, potius misericordia quam iuris rigore, reservantes tamen ipso episcopo ius agendi contra quoscumque illicitos detentores et occupatores; etiam eumζ condemnantes ad relaxandum clausuram vinee plantate per Pulimenum de Leo cum fructibus et territorium vineatum pinachiorum duo sub saxo inciso super quo est una oliva silvestris, que omnia sunt existimata et etiam tempore s.Francisci Grimani  η proθ prima vinea paiazzas 30 in anno et pro illis duobus pinachis annuatim paiazzas 28.

 

Marcus Pena auctoritate veneta notarius publicus presentem aliena manu extractum ex libro privilegia concessiones ac literas ducales continenti apud dominum Antonium Preventario advocatum fiscalem ad presens existenti, auscultavit et se subscripsit.

 

Piero Tripti Massarusι

 

_________________________________

 

αB: Ingenorianus βA: ad huc γB: circiterque δB:vere εB: modiate  ζB: om. ηB: om. A:δυσανάγνωστο θB: per ιB: `Marcus Pena...Massarus' om.

 

 

 

 

Δ'

AKT, κωδ.1, φ.1r 18 Μαρτίου 1595

 

Copia tratta dal libro esistente nella Cancellaria episcopale di Tine.

 

Extratto dal Libro ciuil del Clarissimo Signore Antonio Marin gia Rettor di Tine e Micone, dal registro delle lettere.

 

Pascalis Ciconia Dei gratia Dux Venetiarum etc.

Nobilibus et sapientibus Antonio Marino de suo mandato Rectori Tinarum et Miconarum et successoribus fidelibus dilectis, salutem et dilectionis affectum.

Vacantibus ecclesijs Tinarum et Miconarum per obitum Reuerendissimi Domini Marci illarum episcopi extra Romanam Curiam defuncti, modernus summus Pontifex Clemens Octauus illas contulit Reuerendissimo Domino Georgio Perpiniano magistro in Theologia sicuti constat eius Sanctitatis litteris patentibus sigillo pendente munitis datis Romae apud Sanctum Petrum decimo octauo Kal.Decembris proximi preteriti. Quare mandamus uobis cum senatu ut eum reuerendissimum dominum Georgium siue eius legitimum procuratorem poni faciatis et positum conseruetis in tenuta et reali possessione ecclesiarum predictarum cum responsione omnium fructuum redituum et prouentuum ad illas spectantium et pertinentium. Has autem registratas presentanti restituita.

Datum in nostro ducali palatio die decima octaua Martij, indictione octaua, mille cinquecento nouanta cinque 1595.

 

Camillo Zilioli secretario

 

Pro Cancellaria ducali  ducata octo

Pro pietate ducata duo

Pro contemptis ducatum unum

Pro secretario ducatum unum

Pro bulla ducatum unum

 

L.i s.ii

 

A tergo 

Nobilibus et sapientibus uiris Antonio Marino rectori Tinarum et Miconarum et successoribus. Registrata die 7 8bris 1595 et restituita.

 

Cancianus Petrodusio massarus cancellariae Tinarum manu propria exemplauit et subscripsit.

 

Ε'

 

ASVe, Senato, Secreta, Materie misti e notabili, B.71, ff.68r-v 1624

 

Terminatione circa i libri de' feudi, Anagrafes, et Ordini municipali.

Hauendo noi ueduto ritrouarsi registrati in tre libri antichissimi tutte le descrittioni de feudi siue anagrafes di quest'isola, doi de quali erano nelle mani del Sig.r Antonio Preuentario consegnateli et raccomandatili come persona publica dall'Ill.mo Pasqualigo rettor passato, che li ha recuperati da particolari persone, strauiati et marzi dall'humidita, principia l'uno "Giorgi Cornaro" et finisce "Geonas de fogia" et l'altro principia "Anastassio Gripari" et al terzo pure finisce "Geonas qm Nicola Valata", da Noi recuperato dalle mani del S.r Z.Piero di Rossi nel quale comincia "De mandato Mag.ci ac Generosi" et finisce "Ego Franciscus Malipedisi", siche considerata la loro importantia habbiamo stimato necessario il ponerui rimedio, accio con progresso del tempo non si consumino in tutto, con interesse del publico, et malefitio delli particolari patroni di essi feudi. Pero per la presente nostra terminatione, ordiniamo che detti libri tre siano tenuti, custoditi, et maneggiati dal solo sopranominato Signor Preuentario durante la sua uita come persona publica, per esser fidelmente conseruati con lasciarne cauar copia a tutti quelli che per loro interesse li ricercassero, senza che esso ne ricaui alcuna imaginabile ricognitione o benefitio, et cio perche li poueri, per questa (φ.68v) publica diligenza non habbino in uece di solieuo a riceuerne patimento o danno, et dopo di esso terminiamo che sijno riposti nella Massaria per esser con ogni accurata diligenza preseruati et custoditi dalli Massari che per tempora saranno per sicurezza delle ragioni cosi del publico, come de priuate persone. Non potendo alcuno per qualsi uoglia imaginabil causa leuar quelli da detta Massaria, sotto pena in caso di contrattione di pagar cechini cinquanta applicati un terzo all'accusator, il 2do a chi fara l'essentione et l'ultimo alla conciatura delli libri et restauramento di essa Massaria. Et ritrouandosi in oltre nelle mani del sudetto s.Preuentario un libro nel quale sono registrate le leggi municipali di questa Terra, affermando esso esser detto libro suo particolare, et non ritrouandosene nella Cancellaria alcun registro, stimiamo pero per seruitio cosi publico come particolare, il preuedere che tale necessaria antichita non si debba per modo alcuno perdere. Et pero con la presente termination commetemo alli Procuratori che nel termine de' mesi doi debbino a spese della Communita far trascriuere detto libro, et consegnarne la copia di esso al Massaro per esser quella diligentemente conseruata, ne mai cauata dalla detta Cancellaria, sottopena in caso di contrafattione de cechini /25/ cosi alli uni come all'altri diuisi et applicati come di sopra.

 

 

 

Στ'

 

ΑΚΤ, φακ.46, εσ.1, φ.5 χωρίς χρονολογία

 

Μαρτυρούμεν οιμείς οι κάτωθεν γεγραμμένοι πως τον καιρόν οπού ήτον το νησί μας εις του βενετζιάνου τα χαίρια πως τα φεούγδα ούτε ημπορούσαν να πουλυθουση ούτε να χαρισθούνε μόνο ήτον να πηγένουν από γενεά έως γενεά και όταν δεν ήθελε ευρεθή γενεα εστρέφουνταν τα φέουδα εις του πρέντζιπα τα χέρια ως πράγματα αυθεντικά και όσα γράματα δεν ήταν από νοδάρο δεν οφελούσαν.

Ζορζος Κανιόλας μαρτιρό γιοργις φουςκολεος βεβεονο

διμιτρις τζιριγότος μάρτιρας

γιακουμος βιδαλις μαρτιρο Nicolo Scordialo aff.mo.

Αντονιος αμπελικοπουλος μαρτιρο

φραντζις νικος μαρτιρας

μαρκος γιαλουνις μερτιρο

Γιανακος Γιοργαντόπουλος μαρτιρό

 

Μαρτιρώ και εγώ κονσταντάκις αλεμπράντες πως τον καιρόν που είμουν εις την βενετίαν μου είπεν ο λουρεδάν πως ήθελα και εγώ να πάγω να γυρεύσω τα πράγματα οπού είχα εις την τήνον μα λυπούμαι τα έξοδα διότι είσως και δεν ημπορώ να τα πάρω από των τούρκων τα χαίρια.

περάκις καμπάνις μαρτιρό.-

 

 


ΠΙΝΑΚΕΣ

 

1. Πίνακας ονομάτων που περιέχονται στο έγγραφο Β2

(Όπου δεν αναφέρεται, τα επώνυμα αυτά δεν υφίστανται σήμερα στην Τήνο)

 

Ονόματα κατοίκων

Συμπληρωματικές

πληροφορίες

Σήμερα

(επώνυμα ή παρεπώνυμα)

Α/Α

 

 

 

 

... Petrus

Presbyter

 

22

Alamanus Nicola

 

 

19

Albertinus Janulius

 

Αλβέρτης ή Αλμπέρτης

27

Amerali Perulius

 

Αμεραλής, Αμοιραλής,

Αμιραλής

32

Apergi Georgius

Apergi Nicolaus

 

Απέργης

7

9

Armakola Soffia

relicta Rugerij

Αρμακόλλας

2

Calomeno Marcus

 

Καλούμενος

11

Carguoroto Joannes

 

Καργαρώτος

19

Charchia Stefanus

Charchia Rainerius

 

Χαρκιάς

22

36

Cicala Anna

 

Σιγάλας

8

Codilij Beatrix

 

Κονδύλης

18

Colaro Nicolaus

 

Κολλάρος

15

Colati Stefanus

Culati Jacobus

 

 

16

13

Corinthio Nicolaus

Corinthio Megliura

 

Κορίνθιος

9

27

Critico Jacobus

Critico Michael

Critico Nicolaus

 

Κρητικός

1

1

5

Cumariano Joannes

 

Κουμαριανός

18,40

Darmin Aloysius

 

Δαρμής

7, 12, 13, 23, 37

de Foie Joannes

 

 

2

de Salonichi Thomas

pro uxore

 

22

de Suda Janulius

 

Δελλασούδας

29

della Janena Simon

pro uxore

Δεληγιάννης

3, 41

della Tola Petrus

 

Δελλατόλας

29

Diasorini Georgius

Papas

 

28

Ferrara Georgius

Ferrara Joannes

paricus

paricus

 

4, 17

4, 17

Filipuzzo Georgius

Filippuzo Leoninus

Filippuzo Nicolaus

q.m Marci

Φιλιππούσης

27, 35

33

45

Fusculo Modena

Fusculo Jacobus

Fusculo Marcus

 

 

de Nichiforo

Φώσκολος

42

43

14, 17, 20

Gisi Zanin

Gisi Marchesina

Gixi qm Georgius

Gixi Georgius

 

Γκίζης

6, 22

18, 44

30

31

Grespo Marinus

 

Γρίσπος

24

Jannizopulo Petrus

et socii

Γιαννησόπουλος

11

Lambida Joannes

 

Λαμπάδας

12

Livadari Marcus

 

Λειβαδάρης

31

Luvari Zorzinus

Luvari Antonius

 

Λούβαρης

25

25, 26, 27

Macricheri Rugerius

 

 

38

Marangon Michalius

 

Μαραγκός

39

Marcoisi Nicolaus

Marcoisi Stefanus

Marcoisi Joannes

 

q.m Joannis

q.m Angeli

Μαρκουίζος

6

6

8

Mortato Joannes

 

 

43

Palamari Jacobus

 

Παλαμάρης

21

Pichermo Theodorus

 

 

4

Piperi Joannes

 

Πιπέρης

25

Plita Joannes

 

Πλυτάς

45

Pulimenus Leo

parichus episcopatus

 

22, έγγρ.Γ

Scardana Maria

 

Σκαρδανάς

6

Sparvier

molendinum de -

Σπαρβέρης

6

Valterius Jacobus

 

 

15

Vassallus Jacobus

 

 

16

Ventura Andrea

Ventura Bonifacio

Ventura Bon. Januli

Ventura Simon

 

 

 

 

3

3, 41

5, 28

32

Vidal ή

Vittalis Dalismanus

 

Βιδάλης και Βιτάλης

 

30, 31, 41

 


2. Πίνακας τοπωνυμίων

('Οπου δεν αναφέρεται "Περιοχή", δεν έχει εντοπισθεί ή δεν υπάρχει σήμερα το τοπωνύμιο)

 

'Οπως στο έγγρ. Β2

Σήμερα

Περιοχή/χωριό

 

 

 

Agrioschia (37)

Αγριοσκιά

 

Ano Potamia (24)

 

 

Anomerea

Πάνω Μέρη

Μεγάλη περιοχή της Τήνου

Apano Smardaito (26)

Πάνω Σμαρδάκιτο

Σμαρδάκιτο

Assomato (1)

Ασώματος

Κάμπος

Cacicha (11)

Κατσικά / Χασκιά

Χατζηράδος

Carea (40)

Καρυά

Καρυά

Cato Messaria (31)

Μεσσαριά

Κάμπος (ερειπ.χωριό)

Cato Smardaito (29, 32)

Κάτω Σμαρδάκιτο

Σμαρδάκιτο

Catomerea

Κάτω Μέρη

Μεγάλη περιοχή της Τήνου

Colovari (22)

 

Ξυνάρα

Constantina (16)

Κωσταντίνα

Μουντάδος

Copres (25)

Κοπριές

 

Crio Nero (7)

Κρύο Νερό

Χατζηράδος

Cuticado (9, 17)

Κτικάδος

Κτικάδος

Exocolo (5)

 

 

Flegomeno (11)

Φλογομένη

Χατζηράδος

Gaidarokilistra (13)

Γαϊδαροκυλίστρα

Σπεράδος

Gognies (11)

Γωνιές

Χατζηράδος

Lazaro (43)

Λάζαρος

Κρόκος (ερειπ.χωριό)

Lutra (45)

Λουτρά

Λουτρά

Mavro Pirgo (8)

 

 

Messaria (25, 30)

Μεσσαριά

Κάμπος (ερειπ.χωριό)

Messi (38)

Μέση

Μέση

Muntado (12)

Μουντάδος

Μουντάδος

Piscopiano Vuni (10)

 

 

Platies Octhes (22)

Πλατιές Όχθες

Ξυνάρα

Plistria (44)

Πλύστρα

κοινό

Potamia (41)

Ποταμιά

Ποταμιά

Psachni (39)

Ψαχνή

 

Sanctus Nichitas (20)

Αγ.Νικήτας

Ξυνάρα

Schiepano (10)

Σκεπανό

Σκεπανό

Smordea (3,4,5)

Σμουρδιά

Τριπόταμος (ερειπ.χωριό)

Spilea (14)

Σπηλιά

Κώμη (ερειπ.χωριό)

Sto Mina (2)

Μηνά

Απεργάδος

Tripotamus (15)

Τριπόταμος

Τριπόταμος

Vachari (24)

Βάχαρη

Κάμπος

Vari (10)

Βαρύ

Χώρα

Vassili (21)

Βύσλος

Ξυνάρα

Xilimacheri (29)

Ξυλομαχαίρι

Σμαρδάκιτο

3. Πίνακας εκκλησιών

(Όπου δεν αναφέρεται "ενορία", η εκκλησία ή δεν υπάρχει ή δεν εντοπίσθηκε)

 

'Ονομα αγίου

Τοποθεσία

Ενορία

Δόγμα (σήμερα)

 

 

 

 

Assomato - Ασώματος (Αγ.Μιχαήλ)

Ασώματος

Κάμπου

Κ

S.Salvator- Σωτήρας (Μεταμόρφωση)

Σμουρδιά

Τριπόταμο

Ο

S.Georgius - Αγ.Γεώργιος

Σκεπανό

 

 

S.Nichitas - Αγ.Νικήτας

Αγ.Νικήτας

Χατζηράδου

Ο

S.Theodorus - Αγ.Θεόδωρος

Ξυνάρα

 

 

S.Nicolaus - Αγ.Νικόλαος

Ξυνάρα

Ξυνάρας

Κ, ερειπ.

S.Marina - Αγ.Μαρίνα

Ξυνάρα

 

Κ, ερειπ.

S.Joannes - Αγ.Ιωάννης

Βάχαρη

Χατζηράδος

Ο

S.Georgius - Αγ.Γεώργιος

Ξυλομαχαίρι

Σμαρδάκιτο

Κ

 


LE FIEF DE L'EVECHE LATINE DE TINOS

(Informations supplementaires sur le systeme feodal

et l'histoire ecclesiastique de Tinos)

 

 Avec une serie de documents de la periode 1446-1456, qui viennent au jour pour la premiere fois des Archives de l'eveche catholique de Tinos, devient possible la clarification des quelques modalites inconnues de la feodalite tiniote, sous le regime venitien.

 Ces documents concernent les biens de l'eveche latine de Tinos a l'epoque des Ghisi (1207-1390) et de venetocratie qui suit immediatement. Ces biens ne devaient pas etre autres que ceux de l'eveche byzantine de l'ile, pendant la periode immediatement precedente et sont ete registres dans les "Αναγραφές" et dans le "Κατάστιχο" aussi bien sous la domination des Ghisi comme cette de Venice, lorsque une certaine reforme du partage des terres a ete faite (1456). Pour ce motif nous pourrions appeler ces biens comme un "fief", soumis au droit des "Assises de Romanie".

Le "fief" de l'eveche comprenait l'eglise cathedrale, une maison pour l'eveque en fonction dans le Kastro et 45 petites et grands terrains agricoles et vignobles. La description detaillee de ces terrains, nous permet d'arriver a certaines conclusions historiques, geographiques et economiques. A Tinos etaient installes des grecs, venues d'autres parts de la Grece, italiens et, probablemet, des albanais. Le total de la toponymie est grecque et la plupart existe encore aujourd'hui. Cela vaut aussi pour les eglises. Abstraction faite de certaines alternations des constructions (maisons, eglises), les routes, les divisions des terrains et le reste de l'environnement phsysique (rochers et meme un arbre), reste jusqu'aujourd'hui sans alteration.

L'eveque latin de Tinos a succede, peut-etre normalement, a l'eveque byzantin, au commencement de l'occupation par les Ghisi. L'union ecclesiastique entre Tinos et Myconos doit etre survenue en meme temps. La derniere cathedrale byzantine et la premiere latine, etait l'eglise de St Theodore, d'architecture byzantine, construite au centre de "locus episcopatus", qui est localise, sans doute, au village actuel de Xynara, ou continue a exister la siege de l'eveche catholique jusqu'aujourd'hui.

Pour des raisons comprehensives, a ete designee come eglise cathedrale l'egise de la Vierge (Sancta Maria) dans la capitale de Tinos, Kastro. Cependant l'eveque n'a pas ete eloigne du "locus episcopatus", mais utilisait la maison de Kastro quand il devait officier a la cathedrale de Sancta Maria. Cette maison ete consideree par les autorites venitiennes locales, comme domaine de l'etat (fief) et pour ceci il y a eu des lutte entre les autorites ecclesiastiques et politiques.

Les "Anagraffes dei feudi" sont ete recodifiees par le recteur de l'ile Pietro da Mosto et par l' employe de l'etat Sebastiano Inoriano en trois livres (Catastichum Tinarum). L' "incipit" d'un des ces trois livres confirme l'opinions des historiens que les villages et les localites de Tinos que leur noms terminent en -άδος, sont de provenance feodale.

Avec la publication des ces documents, se mettent les bases pour une future etude des ces elements et donnent lieu pour une suite de la recherche a l'avenir, sur la feodation des Cyclades.

 

 

π. ΜΑΡΚΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ

Αρχειοφύλακας και Βιβλιοθηκάριος

της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου-Τήνου

Καρδιανή 842 01 Τήνος



[1] Το γεγονός ότι οι Γκίζηδες ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη Βενετία, μας επιτρέπει να μη χρησιμοποιούμε τον όρο "Βενετοκρατία" για την περίοδο 1207-1390, αλλά τον όρο "Γκιζοκρατία". Ούτε θεωρούμε δόκιμο τον όρο "Φραγκοκρατία" στην περίπτωσή μας, επειδή οι Γκίζηδες ούτε Φράγκοι ήταν αλλά ούτε και ενέταξαν πλήρως την Τήνο-Μύκονο στη φραγκική Ρωμανία, όπως συνέβηκε με τις άλλες τους κτήσεις (στο Μωριά, στην κυρίως Ελλάδα και στην Εύβοια), όπου υιοθέτησαν πλήρως το φεουδαρχικό τρόπο διοίκησης, όπως αυτός είναι γνωστός από τις μελέτες για τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα. Εξάλλου, η ανεξαρτητοποίησή τους απ'τη Βενετία δεν κράτησε για όλο το διάστημα της δυναστείας τους.

[2] Μια αρκετά κατοπινή πληροφορία σώζει αυτή την παράδοση: ΔΡΟΣΟΣ Δρ., Ιστορία της νήσου Τήνου από της πέμπτης σταυροφορίας μέχρι της ενετικής κυριαρχία και εκείθεν μέχρι του 1821, Αθήναι 1870, 260. Η μετάφραση του εγγράφου στα ελληνικά δεν επιτρέπει να διακρίνουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα στην περαιτέρω μελέτη. Για το λόγο αυτό αντιγράφω το κείμενο από το ΑΚΤ, κωδ.1, φ.145, απ'όπου ο Δρόσος μετέφρασε: "L'isola di Tine et Micone per quanto si caua dalli suoi Statuti Municipali non appare che siano state signoreggiate da Prencipi se non dalli medesimi popoli habitanti, li quali uiuendo cosi senz'ordine et leggi nel passa che fece Gofredo Buglione per andar all'acquisto di Terra Santa, ricercato da quei popoli diede a quelli li prudenti Statuti Municipali, con li quali sono retti et qouernati sin al presente tempo. E' ben uero che da certo tempo fi'all'anno 1390 furono possedute signoreggiate quell'isole da alcuni signori di ca' Ghisi, la famiglia delli quali restata estinta piacque a quei popoli sottomettersi spontaneamente sott' il dominio di questa felicissima Republica et cosi mandarono in quel tempo per loro Ambasciatore il suo Vescouo a Nigroponte doue per hora risedeuano per la Serenissima Signoria di Venetia il bailo con li suoi conseglieri, alli quali si dichiararono sudditi con quelle consuetudini, ragioni et giurisditioni come appare nelle lettere di risposta del sudetto Reggimento di Negroponte". Παρά τις εμφανείς ιστορικές ανακρίβειες (σχετικά με τον Γοδεφρείδο της 1ης σταυροφορίας) και την υποβάθμιση της κυριαρχίας των Γκίζηδων, οι πληροφορίες είναι βασισμένες σε επίσημα κείμενα που φαίνεται ότι ήταν γνωστά στο "Collegio" (των Δέκα;) προς το οποίο απευθύνεται ο επίσκοπος Τήνου Γεώργιος Περπινιάνης στα 1616. Η αναφορά στον Γοδεφρείδο και στην 1η σταυροφορία πιθανόν να προέρχεται από το γεγονός ότι ο επίσκοπος Περπινιάνης συγχέει τις Ασσίζες της Ρωμανίας με τις Ασσίζες της Ιερουσαλήμ.

[3] Η πολυσυζητημένη αυτή υπόθεση του βυζαντινού φεουδαρχισμού ίσως να μην κλείσει ποτέ, επειδή τα επιχειρήματα και τα στοιχεία που επικαλείται ο κάθε μελετητής δεν φαίνεται να αποκλείουν απόλυτα τα επιχειρήματα των άλλων. Πάντως, παραπέμπω στον CARILE ANTONIO, La Rendita Feudale nella Morea Latina del XIV secolo, Bologna 1974, όπου υπάρχει και η προηγούμενη βιβλιογραφία. Πάντως, οι πληροφορίες που προέρχονται απ'την Τήνο, πιστεύω, ότι συναινούν προς την υπόθεση ότι μέσα στο φεουδαρχικό σύστημα των Ασσιζών, όπως αυτές εφαρμόστηκαν στην Τήνο-Μύκονο, διατηρήθηκαν τουλάχιστο κάποια στοιχεία απ'το προηγούμενο διοικητικό και οικονομικό καθεστώς και σώζονται μερικές ενδείξεις που στηρίζουν κάτι τέτοιο.

[4] FEDALTO Giorgio, La chiesa latina in Oriente, vol.I ed.2a, Verona 1981, 219-234, όπου και η βασική προηγούμενη βιβλιογραφία.

[5] Όπ.π., 225-229.

[6] Όπ.π., 259.

[7] Τα σχετικά έγγραφα που αφορούν ή προέρχονται απ'τη δίκη του 1654 βρίσκονται στο ΑΚΤ, φακ.18, εσ.2.

[8] Η σχέση αυτή κολήγου-ιδιοκτήτη δεν είναι γνωστή μόνο από μελέτες που αφορούν άλλη νησιά, αλλά κι από τα ίδια τα έγγραφα της δίκης. Στο έγγραφο κλήτευσης των κολήγων απ'τον ρέκτορα (3 Νοεμβρίου 1654), σημειώνεται: "...Uoi... teneui (sic) come colloni una Vigna con arbori et una chiusa alla Cuzzunara di raggione del Vescovato, contribuendo la mitta del prodoto al quondam Monsignor Rigo Vescovo precessore...". Εκτός απ'αυτή την υποχρέωση, αναφέρεται ότι οι πιο πάνω δυο κολήγοι αρνούνται "di fargli (στον επίσκοπο) i sachi di carbone et altre opere di servitu solitte a colloni" (ΑΚΤ, φακ.18, εσ.2, φ.1).

[9] LOENERTZ Raymond, Les Ghisi dynastes venitiens dans l'Archipel (1207-1390), Firenze 1979, 181-182.

[10] ΦΩΣΚΟΛΟΥ Μάρκου, Η Τήνος από τη Γκιζοκρατία στη Βενετοκρατία (1390-1411), Τηνιακά Ανάλεκτα, 2 (1981) 110-144. Το πλέον ενδιαφέρον κείμενο που δημοσιεύεται σ'αυτή τη μελέτη είνα αναμφίβολα εκείνο της 20ης Απριλίου 1390, με το οποίο ο βενετός βάϊλος του Νεγροπόντε απαντά στην αίτηση των κατοίκων της Τήνου-Μυκόνου και αποδέχεται τα νησιά στο όνομα της Δημοκρατίας της Βενετίας και υπόσχεται να συνεχίσουν να ισχύουν στο νησί οι μέχρι τότε ισχύουσες "consuetudini", δηλ.το νομικό καθεστώς των Ασσιζών της Ρωμανίας. Εξάλλου, αυτή την τακτική κράτησε η Βενετία και στις άλλες ανάλογες περιπτώσεις που παρουσιάσθηκαν.

[11] Σε κανένα έγγραφο δεν αναφέρεται ο όρος "αναδασμός", αλλά πρέπει να φθάσουμε σ'αυτό το συμπέρασμα από τη μελέτη των εγγράφων. Όντως, έφθασε μέχρι σε μας μια σειρά τουλάχιστο 30 εγγράφων της περιόδου 1438-1460 που είναι χορηγήσεις κτημάτων και γαιών. Ένα έγγραφο απ'αυτά, της 30 Ιανουαρίου 1439 ("stile veneto": 1438), είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Πρόκειται για την αίτηση δυο κατοίκων του νησιού που ζήτησαν εγγράφως από τη Γερουσία να συνεχίσουν μα κατέχουν τα κτήματα (terrena) που μέχρι τότε κατείχαν από 16 και 20 χρόνια, τουλάχιστο, ο καθένας τους. Οι Sapientes ordinum δίνουν, μάλιστα, τη διαβεβαίωση ότι οι δυο νησιώτες τήρησαν πιστά τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει έναντι των χορηγήσεων (SATHAS C. Documents inedits relatifs a l'histoire de la Grece au Moyen Age, III, Paris 1882, 448, αρ.1045). Απ'ότι γνωρίζουμε, δε θα υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί τη προσφυγή αυτών των δυο τηνιακών στη Βενετία αν δεν είχε τεθεί σε εφαρμογή κάποιο σχέδιο αναδασμού των δημοσίων γαιών. Ούτε μπορεί να είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι η Γερουσία λίγους μήνες πριν (24 Αυγούστου 1437) είχε ακυρώσει όλες τις απαλλοτριώσεις (alienationes) "villanorum et territoriorum nostri comunis" που είχαν γίνει απ' το 1432 και μετά και είχε υποχρεώσει τους ρέκτορες να μην προβαίνουν σε παρόμοιες πράξεις χωρίς τη ρητή της άδεια (SATHAS C., Documents, III, 440, αρ.1035). Στα 1452 αποφασίστηκε η σύνταξη νέων "Αναγραφών των φέουδων" (THIRIET Fr., Regestes des deliberations du senat de Venise concernant la Romanie, III, Paris-La Haye 1961, αρ.2883). Η εργασία για τη σύνταξη των νέων "Αναγραφών" ολοκληρώθηκε στα 1460, αλλά επειδή ο συντάκτης τους Sebastiano da Friul κατηγορήθηκε ως αναξιόπιστος, οι "Αναγραφές" ακυρώθηκαν απ'τη Γερουσία και ορίσθηκε ένας εφοριακός υπάλληλος (camerarius) από το Negroponte να συντάξει νέες (THIRIET Fr., Deliberations, III, 3108). Πιστεύω ότι τελικά δεν έγινε καμμιά νέα σύνταξη, αλλά τελικά η εργασία του Seb.da Friul (το "da Friul" πρέπει να φανερώνει τον τόπο καταγωγής του, ενώ στα έγγραφα του Α(ρχείου) Κ(αθολικών) Τ(ήνου) αναφέρεται ως Sebastianus Ingenorianus και ως Seb. Inuriano) έμεινε σε ισχύ μέχρι το τέλος της βενετοκρατίας. Γενικότερα για το φεουδαρχισμό στην Τήνο, βλ. JACOBY David., La feodalite en Grece medievale, Paris-La Haye 1971, 237-252 και τις επιφυλάξεις του SLOT Ben, Archipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation latine et occupation ottomane (c.1500-1718), Istanbul 1982, I, 42-43.

[12] Τα έγγραφα αυτά έφθασαν μέχρι σε μας σε δυο αντίγραφα: Α (ΑΚΤ, φακ.18, εσ.2, φφ.6-9) και Β (ΑΚΤ, φακ.18, εσ.1, φφ.1-4). Το Α, που συμπεριελήφθηκε στα πρακτικά της δίκης του 1654-64 φαίνεται αντιγραμμένο κατά τρόπο βιαστικό, αλλά φαίνεται περισσότερο ακριβές και πιστό αντίγραφο από το πρωτότυπο, αφού κάτι τέτοιο το απαιτούσε και ο λόγος για τον οποίο αντιγράφθηκε. Το Β δεν προέρχεται από την υπόθεση της δίκης, φαίνεται πιο παλαιό, αλλά δεν ανέρχεται πριν από τις αρχές του 17ου αιώνα. Τα δυο αντίγραφα παρουσιάζουν διαφορές ανάμεσά τους, σε κάποια σημεία ιδιαίτερα σημαντικές. Για το λόγο αυτό προβαίνω σε "κριτική" έκδοσή τους, με την ελπίδα πως έτσι θα φθάσουμε πιο κοντά στο χαμένο πρωτότυπο. Το Α φέρει επιδιορθώσεις της εποχής, τις οποίες τήρησα ως κείμενο Α. Από πού μπορεί να προέρχονται οι διαφορές; Πρέπει να δεχθούμε ως σίγουρο ότι και οι δυο αντίγραψαν από την κοινή πηγή, που το Β την αποκαλεί: "ex libro Cathasticorum essistentem apud D.Joannem Pasqualem fiscalem",  και το Α: "libo delle Anegraffes dei feudi". Όχι μόνο δεν έχω λόγους να υποθέσω ότι το πρωτότυπο ήταν σχετικά πρόσφατο προς τους αντιγραφείς κείμενο, αλλά υπάρχει μαρτυρία στα 1624 που μας βεβαιώνει ότι τα βιβλία των "Αναγραφών" βρίσκονταν σε κακή κατάσταση ("strauiati et marzi dall'humidita"). Πρόκειται για τις παρατηρήσεις του βενετού Προβλεπτή Nicolo Valier (ASVe, Senato Secreta, Materie miste e notabili, B 71, f.68). Αν λάβουμε υπόψη μας, λοιπόν, την κακή κατάσταση του πρωτοτύπου και κάποια πιθανή άγνοια της λατινικής γλώσσας (συναντούμε γραμματικά και συντακτικά λάθη), σ'αυτές τις δυο αιτίες θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τον κύριο λόγο που τα κείμενα Α και Β διαφέρουν μεταξύ τους. Ως συμπληρωματική πληροφορία μπορούμε να αναφέρουμε ότι στα 1624 τα βιβλία των "Αναγραφών" βρίσκονταν στα χέρια του Antonio Preuentario, massaro, δηλ.γραμματέα, της Κοινότητας του νησιού. Βλ.σχετικά την ενδιαφέρουσα παρατήρηση του SLOT Ben, Archipelagus turbatus, 53.

[13] Στον κατάλογο των ρεκτόρων της Τήνου-Μυκόνου που συνέταξε ο HOPF Ch., Chroniques greco-romanes, Berlin 1873, 373-376, o Marco Lauredano φαίνεται να έμεινε στο νησί μέχρι το αύγουστο του 1455 που εκλέχθηκε ως διάδοχός του ο Pietro da Mosto. Απ'το έγγραφο αυτό, όμως, όπως κι απ'το επόμενο, βεβαιωνόμαστε πως μέχρι το Μάη 1456 έμεινε ο Μ.Lauredano στη θέση του, ενώ ο διάδοχός του ανέλαβε τα καθήκοντά του ανάμεσα στο Μάη και τις 7 Αυγούστου 1456. Βλ.σχετικά κι στον THIRIET Fr., Deliberations des assemblees venitiennes concernat la Romanie, Paris-La Haye 1971, II, αρ.1518 (14 Δεκεμβρίου 1455).

[14] ΑΚΤ, φακ.19, εσ.2. Βλ.επίσης ΚΑΝΤΖΗΛΛΙΕΡΗ Φρ.,Ο εν Ξυνάρα Τήνου καθεδρικός ναός της Παναγίας του Ροδαρίου, εφημ."Καθολική", αρ.φ.1512-1513.

[15] ΑΚΤ, φακ.19, εσ.1.

[16] Ο χρόνος θεμελίωσης του Κάστρου μας είναι παντελώς άγνωστος. Πιθανόν να μην εγκαταλήφθηκε ποτέ από τη γεωμετρική εποχή στην οποία ανάγονται τα πρώτα οχυρωματικά έργα που έχουν βρεθεί στην περιοχή. Βλ. ΚΟΝΤΟΛΕΟΝΤΟΣ Νικολάου, Ανασκαφαί εν Τήνω, "Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας", Έτος 1949, Αθήναι 1950, 122-134 και Έτος 1950, Αθήναι 1951, 264-268. Πάντως υπάρχουν στοιχεία που μας δίνουν το δικαίωμα να είμαστε σίγουροι πως το Κάστρο αυτό, πριν το κατοικήσουν οι Γκίζηδες και ολοκληρώσουν την οχύρωσή του οι Βενετοί, είχε χρησιμοποιηθεί και στη βυζαντινή εποχή.

[17] Μια απ'αυτές, του Αγ.Νικολάου, απ'την οποία σώζεται όρθιος μόνο ο νότιος τοίχος, ήταν αρκετά μεγάλη και χρησίμευε για τις χειροτονίες των ιερέων κατά την ίδια περίοδο, ενώ οι άλλες δυο εκκλησίες που αναφέρονται στο σχεδιάγραμμα η "Madonna di Platies" (πιθανόν από το χωράφι που ονομαζόταν "Πλατιές Όχθες" στην άκρη του οποίου ήταν κτισμένη) και η "Sancta Marina" πρέπει να ήταν απλά εξωκκλήσια.

[18] Αυτό πρέπει, μάλλον, να προήλθε από επιθυμία της οικογένειας των Γκίζηδων.

[19] Η εκκλησία του Τ.Σταυρού υπήρχε ήδη στα 1642 όταν αναφέρεται για πρώτη φορά στην επισκοπική έκθεση εκείνης της χρονιάς προς την Αγ.Έδρα (Archivio Segreto Vaticano, Congregazione del Concilio, τ.801).

[20] CORONELLI Vincenzo, Isolario, Venezia 1696, 231: "Iscrittione scolpita in marmo nella chiesa di Santa Croce, allora cattedrale greca, al presente parrocchiale latina della valle (αντί για "villa") Cuturnara (αντι για "Cuzzunara"=Ξυνάρα). Για το απόσπασμα αυτό του V.Coronelli, βλ. στου ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Επαμεινώνδα, Τηνιακά ήτοι αρχαία και νεωτέρα γεωγραφία και ιστορία της νήσου Τήνου, Αθήναι 1889, 97-99, υποσημ.8 της σελ.97. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ Λ., Συμβολή εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της νήσου Τήνου. Ανάτυπο από την "Επετηρίδα της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών" 3 (1963) 70.

[21] FEDALTO Giorgio, La chiesa latina in oriente, vol.II, Verona 1976, 228-229.

[22] Όπ.π., vol.I, έκδ.2, Verona 1981, 259-260.

[23] Βλ.την υποσημ. 20.

[24] Έγγραφο Α.

[25] Ο ρέκτορας χρησιμοποίησε τη στοά της εκκλησίας ως "θεωρείο" (lobia, που σημαίνει στα μεσαιωνικά λατινικά "περιστύλιο" ή "θεωρείο", lobia, στα ιταλικά).

[26] FEDALTO Giorgio, La chiesa latina, II, αρ.616 (1 Αυγούστου 1446) και 622 (28 Μαρτίου 1450).

[27] FEDALTO G., όπ.π., αρ.622.

[28] Πληροφορίες για το οίκημα αυτό συναντούμε μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα (βλ.ΑΚΤ, κωδ.1, φ.11v-12v).

[29] Το ίδιο συνέβηκε και σε όλη την υπόλοιπη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα. Χαρακτηριστικά για την Κρήτη, όπου τα φέουδα που κατείχαν ο λατίνος πατριάρχης και ο λατίνος αρχιεπίσκοπος, ανήκαν πριν στον οικουμενικό πατριάρχη και στον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Κρήτης, βλ. ΤΣΙΡΠΑΝΛΗ Ζαχ., Το κληροδότημα του καρδιναλίου Βησσαρίωνος για τους φιλενωτικούς της βενετοκρατούμενης Κρήτης (1439-17ος αι.), Θεσσαλονίκη 1967, 65-66.

[30] Για το νομικό καθεστώς της εκκλησιαστικής περιουσίας, που κάποιες φορές οι ενδείξεις φανερώνουν ότι αυτό είναι μικτό, δηλαδή ότ υπάγεται και στους φεουδαρχικούς κανόνες των Ασσιζών, βλ.τις απλές παρατηρήσεις του JACOBY Dav., Les archontes grecs et la feodalite en Moree franque, "Travaux et Memoires" 2 (1967) 427 και 459. Επίσης, ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, La feodalite, 42 και 67. Ακόμη, στου FEDALTO G., La Chiesa latina, I, 255 και 260. Αναφορικά με τις περιπτώσεις εκείνες που αναφέρονται στην Πελοπόννησο, στις οποίες η Εκκλησία όφειλε να προσφέρει και στρατιωτικές υπηρεσίες έναντι των γαιών πο κατείχε, πρέπει να πω ότι δε συνάντησα καμμιά τέτοια άμεση ή έμμεση αναφορά για την περίπτωση τς επισκοπής της Τήνου-Μυκόνου.

[31] Ένα τέτοιο έγγραφο έφθασε μέχρι σε μας, αρκετά κατοπινό (τέλος του ΙΣτ' αι.) αλλά που είναι ενδεικτικό: Έγγραφο Δ'.

[32] ASVe, Duca di Candia 92, D, φ.13. Πρόκειται για την πράξη του επισκόπου Νικ.de Lenda, της 27ης Ιουνίου 1456, με την οποία εκλέγεται στη θέση του ορθόδοξου πρωτοπαπά της Τήνου ο ιερέας Νικόλαος de Zea στη θέση του "quondam presbyteri Georgii Diasorini olim protopapatis". Έτσι, το έγγραφο Γ' έχει ως terminem ante quem τον Ιούνιο 1456.

[33] Η παλαιότερη αναφορά του ονόματος του είναι του 1446 και η πιο πρόσφατη του 1460. Το κείμενο βλ.Jacoby, 327. Του χορηγήθηκε ένα φέουδο (κρατικά κτήματα), αλλά εδώ μνημονεύεται ως πλησιαστής των κτημάτων του φέουδου της επισκοπής από κτήματα της γυναίκας του. Οπότε μας επιτρέπεται να υποθέσουμε ότι βρέθηκε στην Τήνο επειδή παντρεύτηκε τηνιακή. Ίσως, ακόμα, να προέρχεται και από το σώμα των μισθοφόρων Αλβανών stradioti (το "della Janena" αναφέρεται στην πόλη απ'την οποία κατάγεται;) που είχαν εγκαταστήσει οι Βενετοί στον "Πύργο των Αλβανών" (το σημερινό χωριό "Πύργος"). Χαρακτηριστικό είναι η σύγκριση με ένα Θωμα de Salonichi, που κατέχει κι αυτός ένα κτήμα "pro uxore" (βλ.έγγραφο Β2, αρ.22). Πρόκειται για μετανάστες από την ηπειρωτική Ελλάδα σε βενετοκρατούμενη περιοχή. Τέτοιες μεταναστεύσεις μαρτυρούνται την ίδια εποχή. βλ.ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ Απ., Ιστορία του νέου ελληνισμού, Β', Θεσσαλονίκη 1964, 62εε.

[34] "Στου πρέντζιπα τα χέρια", λέει χαρακτηριστικά μια δήλωση, όταν διαλύθηκε αυτός ο ιδιότυπος φεουδαρχισμός με την τουρκοκρατία (βλ.έγγραφο Στ').

[35] Δε γνωρίζουμε αν το αμπέλι (που φύτεψε ο Λέων Πουλημένος, παραγωγής 30 παλιατσών μούστο το χρόνο) και το κτήμα (2 πινακίων=28 παλιάτσες) επιστράφηκαν στου "πρέντζιπα τα χέρια" ή σε άλλους ιδιώτες που τα διεκδικούσαν, ανάμεσα στους οποίους πρέπει να συγκαταλέγεται και ο Λ. Πουλημένος.

[36] Βλ. JACOBY Dav., Les archontes grecs, 427, όπου γίνεται λόγος για "legs et de donations pieuses".

[37] Το "πινάκιο", η "παλιάτσα", το "centanarium" κλπ, είναι μέτρα και σταθμά των οποίων δεν είναι δυνατό να υπολογίσουμε με ακρίβεια, επειδή το περιεχόμενό τους άλλαζε ανάλογα με την εποχή και τον τόπο. Πάντως, δέχομαι αυτή τη στιγμή ότι το ένα πινάκιο αντιστοιχεί σε έκταση γης που έχει ανάγκη από ένα πινάκιο δημητριακών για τη σπορά. Αν αυτή η έκταση γης ταυτίζεται, όπως φαίνεται συμπερασματικά, με ένα "μόδιο", τότε βρισκόμαστε, πάνω-κάτω, στην έκταση του ενός σημερινού στρέμματος. Ο τρόπος μέτρησης της γης με το σπόρο της σποράς ή με τις μέρες της σποράς, ισχύει μέχρι σήμερα στην Τήνο, αν και τείνει να εξαληφθεί πια. Για τα ομώνυμα μέτρα και σταθμά στην υπόλοιπη βενετοκρατούμενη και τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, βλ.CARILE Ant., La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Bologna 1974, 232. SLOT Ben, Ο τόπος του Φιλοτιού. Απόψεις σχετικά με την εκμετάλλευση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας στο δουκάτο της Νάξου πριν και μετά την τουρκική κατάκτηση, "Ναξιακά" 1 (1985) τεύχη 4/5, 22-31. Βλ. ακόμα στον THIRIET Fr., Regestes des deliberations, Ι, 228.

[38] ΓΚΙΚΑ Γιάννη, Δυο βενετσιάνικα χρονικά για την άλωση της Χαλκίδας από τους Τούρκους στα 1470, "Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών" 6 (1959) 231 (έκθεση του Giacomo Rizzardo).

[39] SLOT Ben, Archipelagus turbatus, 42-43, όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.

[40] SATHAS C.N., Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l'histoire de la Grece, IV, Paris 1882, xlvii-xlviii. Αργότερα προσπάθησαν να εντοπίσουν την οικογένεια του φεουδάρχη του κάθε χωριού ο ΜΕΝΑΡΔΟΣ Σίμος, Τοπωνύμια της νήσου Τήνου, "Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών" 3 (19287) 151-159 και ο ΚΡΙΑΡΑΣ Ε., Τηνιακά τινά τοπωνύμια, "Αθηνά" 46 (1935) 86-88, όχι , όμως, με ιδιαίτερη επιτυχία, επειδή δεν προσέφυγαν σε αρχειακές πηγές, αλλά μόνο στις λιγοστές μέχρι τότε τυπωμένες. Σήμερα, σχεδόν για όλα τα κυριώνυμα των χωριών υπάρχει ετυμολογική λύση. Χαρακτηριστικά αναφέρω το όνομα του χωριού "Φαλατάδος", που ταλαιπώρησε τους παραπάνω ερευνητές, χωρίς να βρουν άκρη. Στην Τήνο υπήρχε η οικογένεια "Βαλατάς" (η "Βλατάς" που έγινε "Βαλατάς", εξαιτίας της ιταλικής δυσκολίας προφοράς δυο συμφώνων ταυτόχρονα) και μάλιστα αποδεδειγμένα ήταν φεουδάρχες και το όνομα τους ήταν καταγραμμένο στο Βιβλίο των Αναγραφών του νησιού. Στις αποφάσεις του Βενετού προβλεπτή Nicolo Valier (1624) υπάρχει μια απόφαση, στην οποία ήδη αναφέρθηκα παραπάνω, σχετικά με την κατάσταση των βιβλίων των φέουδων (έγγραφο Ε'). Ο τρίτος τόμος των Αναγραφών τελείωνε με την καταγραφή του φεουδάρχη "Geonas qm Nicola Valata". Αυτός ή κάποιος πρόγονός του πρέπει να ήταν εκείνος που δάνισε το όνομά του στο χωριό Φαλατάδος. Ας σημειωθεί ακόμα, ότι γειτονικός οικισμός στο Φαλατάδο είναι και ο "Βλασάδος". Απ'το γεγονός ότι όλα αυτά τα κυριώνυμα είναι ελληνικής καταγωγής, φανερώνει, κατά τη γνώμη μου, ότι τα περισσότερα φέουδα δόθηκαν σε Έλληνες κατοίκους του νησιού (ή ότι διατήρησαν, ενδεχομένως, εκείνες τις περιοχές που κατείχαν κατά τη βυζαντινή περίοδο) ή σε άλλους που ήλθαν από ελληνικά μέρη. Αναμφίβολα, θα υπήρξαν και φεουδάρχες δυτικής καταγωγής, που, όμως, τα ονόματά τους δε δόθηκαν ή δε διατηρήθηκαν σε κανένα χωριό. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στην εξαγωγή συμπερασμάτων, σχετικά με την καταγωγή των κατοίκων του νησιού.

[41] Την υποφεουδάρχιση (subinfeudazione) την προέβλεπε το δίκαιο των Ασσιζών. βλ.CARILE A., La rendita feudale, 220.

[42] ARMAO Ermanno, Venezia in Oriente. La "Relatione dell'Isola et citta di Tine di Pompeo Ferrari Gentil'huomo piacentino", Roma 1938, 42-45.

[43] THIRIET Fr., Regestes des deliberations, I-III.

[44] ΔΡΟΣΟΥ Δρ. Ιστορία της νήσου Τήνου, 256-259 (με λάθη στην αντιγραφή και τη μετάφραση). Ο τίτλος "τιμαριώτης" που χρησιμοποιεί, μεταφράζει τη λέξη "feudatario". To έγγραφο αυτό και τα υπόλοιπα έξι ( δηλ.οι αρ.1-7) μεταφράστηκαν από τον κωδ.1 του ΑΚΤ. Σε άλλα έγγραφα του ΑΚΤ συναντούμε σκόρπια και άλλα ονόματα φεουδαρχών.

[45] SATHAS C., Documents, IV, 242. SLOT B., Archipelagus, 37,70,86,177,211.

[46] Από το ίδιο του το περιεχόμενο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συντάχθηκε τα πρώτα χρόνια μετά την τουρκική κατάληψη της Τήνου στα 1715 (1716-25).

home

B) The climate of the island is very healthy. This is because the blowing of the northern winds prevents the development of germs. It is reported that some people that were sick and visited the island were healed without medicine.
Tinos is basically an island with religious and worshipping tourists. The finding of the icon, the erection of the temple, the improvement of the transportation had a great impact to the social and economic evolution of the island. The fact that it attracted tourism developed the city of Tinos, in contrast with the villages. Nevertheless it helped to reduce migration and kept the residents of the island on their land. From 1940 to 1981 approximately 32% of the population immigrated. In 1940 the town of Tinos concentrated 25% of the population.
Today urbanism has taken over and 75% of the population in concentrated in the town of Tinos. Today approximately 40 villages are inhabited. Their establishing history goes back to the middle ages and the Byzantine years. There are also many settlements, which are basically younger and were developed near the sea.
 The fact that many tourist centers were developed at many locations, the creation of greenhouses, n location canning of various vegetables, the systematic and advanced utilization of marble, played a major role in the keeping of the population on the island and especially at the villages. These developments have increased the occupation in various parts of the island having as a result to fight back of immigration.
The mixed religious population of Tinos, gives the island a special folklore character. A Tinian dialect is noticed, with the extraction of the vowels, the alteration of consonants and names of persons that have a western influence.
 At Tinos we come across two Christian dogmas that harmoniously coexist. The Temple of Evangelistria is a very important demotic worshipping area for the Orthodox and people from all over Greece assemble throughout the whole year to worship here. However at the same time Tinos is a very important center for the Catholics, basically for the Greek Catholics. All you need to do is to take a look around at all the churches in order to substantiate that you are at a religious center. When Panagia/ the Virgin Mary is celebrated, worshippers from all over the world swarm the island. Tinos belongs to the Cyclades and is the third in size island of this complex. Its area is 194 square kilometers. The total length of its coastline is estimated to approx 114 kilometers. It is situated south east of Andros and north west of Mykonos. It highest mountain is named Tsiknias and is 725 meters high. According to mythology Aelos, the god of the winds lived at the channel of Tsiknias. This explains the fact that the area is veAt Tinos irrespective of being Catholic or Orthodox, all the people have a deep love for the Virgin Mary. The Orthodox celebrates Panagia (Virgin Mary) on the 25th of March and on the 15th of August and the Catholics on the 1st Sunday of May and also on the 15th of August. The residents of Tinos are very hospitable and they open heartedly offer food and board to the worshippers during the festivities. The Tinians in order to sustain the ground from suffering intense deterioration, have created on the sides of the mountains the so called pezoules, which are small fields with a resistance made of rocks in order for the ground not to get corroded and are used to cultivate their products. The reduction of the agricultural population slowly left some of these areas uncultivated. Today cereals, citrus fruit, fruits and also oil, wine and raki are cultivated. The products are consumed basically within internal market but some are also exported. Another beneficial product of Tinos, is its honey. In the past they also had silk growing.